Παρασκευή, Μάρτιος 13, 2009

We Carry On

Μιας που ανέφερα στο προηγούμενο ποστ τους θεούς Portishead, ας ανεβάσω το "We carry on". Μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου βιντεοκλιπ έβερ, ακόμη καλύτερο ακόμη και από αυτό το "Rabbit in your headlights". Δεν ξέρω τι μ' έπιασε σήμερα. Από εκεί που το είχα χεσμένο το μπλογκ μου, σήμερα ανεβάζω 3ο ποστ. Καλά μού τα 'λεγε η φίλη μου η Ξένια ότι είμαι άνθρωπος των άκρων (επίσης έλεγε ότι είμαι προβλέψιμα απρόβλεπτος, αλλά πολύ καλό παιδί, αν και αυτή μάλλον είχε μπερδέψει καποια δεδομένα γιατί με αναδρομική σιγουριά μπορώ να πω ότι οι έννοιες της "καλοσύνης" και της "έλλειψης προβλεψιμότητας" ή κυκλοθυμίας, όπως θες πες το, δεν είναι απαραίτητα αντιθετικές μεταξύ τους). Ε τώρα τα γνωστά, το επόμενο ποστ κάπου μέσα στον Απρίλη, όταν θα σουβλίζουμε τον οβελία και θα ξεντεριάζουμε τα κοκορέτσια. Τέλος πάντων, ας είμαστε καλά, πάνω απ' όλα η υγεία και τα λοιπά και τα λοιπά. Ρε μπας και φταίει που είναι σήμερα Παρασκευή και 13? Έτσι και αλλιώς το μπλογκ αυτό πάντα κάπου στη ζώνη του λυκόφωτος ανήκε. Enjoy!

Ηλίας

Τώρα που το τηλέφωνο έπαψε να χτυπά και τώρα που το "Watchmen" κατεβαίνει αργά στον υπολογιστή μου (8 ευρώ είναι πολλά, η οικονομική κρίση παύλα τσιγκουνιά χτύπησε και μένα), τώρα ξαφνικά θυμήθηκα έναν χόμο νεαντερνταλένσις με τον οποίο έπρεπε λόγω της δουλειάς να μιλούμε σχεδόν καθημερινά, δηλαδή όχι μόνο να μιλάμε στο τηλέφωνο αλλά και να βρισκόμαστε διά ζώσης για να αντιμετωπίζουμε διάφορα θέματα: Γιώργο θαρρώ τονε λένε. Ήταν όπως οι περισσότεροι εδώ πέρα. Με τον χαβαλέ του, με τις μαλακίες του και πάντα πιστός στο υπέρτατο δόγμα "πηδάμε ό,τι θηλυκό κινείται σε ακτίνα 30 μέτρων και όταν το πηδήξουμε συζητάμε με όλους τους φίλους και γνωστούς μας τα πάντα, χωρίς να είμαστε φειδωλοί σε περιττές λεπτομέρειες (διάμετρος αιδοίου, τρίχες, όρεξη για κατάποση και άλλα οθωμανικά). Μια χαρά, με γεια του και χαρά του μέχρι εδώ όλα καλά, εξάλλου όταν άρχισε να εξιστορεί τα καθέκαστα εγώ έβαζα το άιποντ και άκουγα ρέντιοχεντ, φλάινγκ λότους και μαργαρίτη. Αυτός λοιπόν ο χαβαλές, για έναν παράξενο λόγο που για να εξηγηθεί δεν είμαι αρμόδιος εγώ, με αποκαλούσε "Ηλία". Ποτέ δεν το έκανα θέμα γιατί δεν είχα όρεξη να πολυασχοληθώ με τον εν λόγω. Αφού θες Ηλία, Ηλία με λένε, δε βαριέσαι, πάνω απ 'όλα η δουλειά. Ίσως να ήθελε να αποκρύψει με αυτή την χαριτωμενιά την ηθική του ανεπάρκεια και την πνευματική του αναπηρία. Ίσως να ήθελε να επιβληθεί με τον τρόπο του σε έναν "ανταγωνιστή", αν και εδώ που τα λέμε εγώ ποτέ δεν έδειξα να έχω φιλοδοξίες να γίνω κανά κόκορας στο κοτέτσι του νησιού. Οι φίλοι και γνωστοί με ρωτούσαν γιατί δεν απαιτώ να με αποκαλεί με το πραγματικό μου όνομα και γω απαντούσα δε βαριέσαι, άστον να με φωνάζει Ηλία, στο κάτω κάτω της γραφής δεν με αποκαλεί Αγαμέμνωνα ή Αρίσταρχο ή ξέρω γω Πελοπίδα, Ηλίας ας είναι. Πέρασε καιρός και προς το τέλος της σεζόν έρχεται δίπλα μου, στο παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα, θυμάμαι, τους φλιτ φόξις, και μου ζητάει να μάθει το λόγο για τον οποίο ποτέ δεν αντέδρασα που με αποκαλεί Ηλία. Κλείνω το άιποντ, τον κοιτάζω σοβαρά και του λέω απλά και ατάραχα ότι δεν αντέδρασα για τον απλούστατο λόγο ότι το δεύτερο μου όνομα, το βαφτιστικό, είναι το Ηλίας. Και φεύγει από το παγκάκι. Λέω, αποκλείεται να το έχαψε, ποιος έξυπνος άνθρωπος θα το έχαβε; Την επόμενη μέρα βρίσκει μια συνάδερφο και της λέει: "Ρε συ Τίνα απίστευτο. Πες το κάρμα, πες το τύχη, τα έχω παίξει. Να εκείνος, ο ναμπ, που τόσο καιρό τονε έλεγα Ηλία μου αποκάλυψε ότι όντως τονε βαφτίσανε Ηλία". Η Τίνα μπαίνει αμέσως στο κόλπο και, προσπαθώντας να κρατήσει τα χάχανα που ανέβαιναν στο λαιμό της, συνεχίζει το παραμύθι. "Αχ και να 'ξερες γιατί ο Ηλίας ήρθε στο νησί. Προσπαθεί να αποτοξινωθεί, γυρνούσε από το ένα κέντρο στο άλλο, ήταν βυθισμένος βαθιά στην ηρωϊνη και στις κοκαϊνες". Κάγκελο ο Γιώργος. Την άλλη μέρα έρχεται στο παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα, θυμάμαι, πόρτισχεντ και μου ζητάει συγγνώμη. Δε βαριέσαι λέω, εμείς οι πρώην τοξικομανείς είμαστε υπομονετικοί με όλους τους τύπους των ανθρώπων. Αλλάζει θέμα και, καθώς αρχίζει να συζητάει για δυο γκόμενες που πήρε στην Παράγκα, ανεβάζω το βόλιουμ και απολαμβάνω ήδη τα ουρλιαχτά της Μπεθ. Εκείνη, τέλος πάντων, τη μέρα συνειδητοποίησα ότι οι ηλίθιοι δεν ευδοκιμούν μόνο στον στρατό, κυκλοφορούν και ανάμεσά μας. Και ότι μερικές φορές δεν είναι ανίκητοι. Και για το κουτσομπολιό της υπόθεσης, μία φίλη μού είπε ότι ένας φίλος τής είπε ότι ο Γιώργος εθεάθη σε ένα μπαρ να χαμουρεύεται με έναν μπέαρ. Τελικα, μου φαίνεται ότι το προηγούμενο καλοκαίρι όλοι κοροϊδευαμε αλλήλους, αλλά αυτό είναι πρόλογος από άλλο ποστ.

Ντριν

Το τηλέφωνο. Χτυπάει. Έχει εκείνον τον ήχο. Ντριν. Είναι γκρι και παλιό. Ένα γκρι παλιό τηλέφωνο. Ντριιιν. Δεν ακούγεται κάποιος γλυκός ήχος. Μόνο εκείνος ο διαπεραστικός που κάνει τα μηλίγγια σου να σφίγγονται. Γκρρντριιίν. Και τις τρίχες σου να ανατσουτσουρώνονται. Και τα νεύρα σου να τεντώνονται, τα αυτιά σου να πονάνε, τους κυνόδοντες να αιμορραγούν. Γκρρρκργντριιιινγκκκ. Και το αίμα σου να παγώνει. Ντρρριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιννννννννννννννννννν. Και συ εύχεσαι να σταματήσει. Αυτό όμως εξακολουθεί να χτυπά, μολύνοντας την ατμόσφαιρα και καίγοντας συνάμα όσα εγκεφαλικά κύτταρα είχες καταφέρει να σώσεις μετά πολλών κόπων και βασάνων. Γκρρρρρντρρρρν. Ο βρυχηθμός συνεχίζεται. Και έχεις ήδη πονοκέφαλο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με μεσουλίντ. Ακούγεται μια φωνή από το υπερπέραν: "ας το σηκώσει κάποιος το γαμωτηλέφωνο". Κανένας όμως δεν το σηκώνει γιατί όλοι είναι απασχολημένοι. Και χτυπάει. Το τρυπάνι έχει ήδη εισχωρήσει στο κρανίο σου. Ίσως και να είναι πλέον αργά. Και τότε σηκώνεσαι από τη θέση σου. Τα παρατάς όλα και το πλησιάζεις
Το αρπάζεις και λίγο πριν το πετάξεις από το παράθυρο προλαβαίνεις μόνο να κάνεις κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Και αν προσγειωθεί στο κεφάλι εκείνης της γιαγιάς που γυρίζει κεφάτη από το μπακάλικο του Βερόπουλου, κρατώντας δυο σακούλες με ψώνια; (στην μία είναι εύκολο να δεις μια φυτίνη, ένα μπέηκιν πάουντερ, ένα φαρινάπ και μια κουβερτούρα, ενώ στην άλλη με δυσκολία διακρίνεις τρία άδεια μπουκάλια μπίρας και μισό λίτρο βενζίνη κάτω από τα 4 ρολά υγείας καππιτονέ). Και αν η γιαγιά πέσει σέκος δίπλα από το πεζοδρόμιο; Και αν έρχεται γκαζωμένος εκείνος ο οδηγός με το πορτοκαλί φίατ, που συνηθίζει να ακούσει στη διαπασών τον εξαίρετο τραγουδιστή Πετρέλη; Και αν τη δει τελευταία στιγμή και για να την αποφύγει μπει στο αντίθετο ρεύμα; Και αν στο αντίθετο ρεύμα ο οδηγός με το πράσινο αγροτικό μάζντα , στην προσπάθεια του να αποφύγει το πορτοκαλί φίατ, βγει από το δρόμο και τσουλήσει σ' εκείνο τον κατηφορικό χωματόδρομο που καταλήγει στην παραλία; Και αν τα φρένα του δε λειτουργήσουν; Και αν προσγειωθεί ανάμεσα στα βυζιά της Λιλίκας που συνηθίζει να απολαμβάνει γυμνόστηθη τον ήλιο διαβάζοντας Λένα Μαντά; Και αν αυτό θεωρηθεί δυσφήμιση για την Μαντά; Και αν ξεσπάσει σκάνδαλο και μην μπορώντας η συγγραφεύς να αντέξει τις τύψεις αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της, πηδώντας από τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου; Και αν όλοι αυτοί οι κριτικοί που την χλεύαζαν, συνειδητοποιώντας το μέγεθος της αδικίας, αποφασίσουν να την τοποθετήσουν στο πάνθεον των μεγάλων αυτόχειρων λογοτεχνών, δίπλα από τους Καρυωτάκη - Δημοσθένη Παπαδόπουλο - Δημοσθένη Κούρτοβικ - Σταύρο Κρητιώτη -Αρθούρο Ρεμπώ - Αύγουστο Κορτώ; Μπα, αποκλείεται, λες. Με τα αν δεν γράφεται καμιά ιστορία. Και παρ'όλο που το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει, εκτοξεύεται αβίαστα και αβασάνιστα από το παράθυρο.
Και προσγειώνεται στο κεφάλι της γιαγιάς. Το πορτοκαλί φίατ πλησιάζει.