Τώρα που το τηλέφωνο έπαψε να χτυπά και τώρα που το "Watchmen" κατεβαίνει αργά στον υπολογιστή μου (8 ευρώ είναι πολλά, η οικονομική κρίση παύλα τσιγκουνιά χτύπησε και μένα), τώρα ξαφνικά θυμήθηκα έναν χόμο νεαντερνταλένσις με τον οποίο έπρεπε λόγω της δουλειάς να μιλούμε σχεδόν καθημερινά, δηλαδή όχι μόνο να μιλάμε στο τηλέφωνο αλλά και να βρισκόμαστε διά ζώσης για να αντιμετωπίζουμε διάφορα θέματα: Γιώργο θαρρώ τονε λένε. Ήταν όπως οι περισσότεροι εδώ πέρα. Με τον χαβαλέ του, με τις μαλακίες του και πάντα πιστός στο υπέρτατο δόγμα "πηδάμε ό,τι θηλυκό κινείται σε ακτίνα 30 μέτρων και όταν το πηδήξουμε συζητάμε με όλους τους φίλους και γνωστούς μας τα πάντα, χωρίς να είμαστε φειδωλοί σε περιττές λεπτομέρειες (διάμετρος αιδοίου, τρίχες, όρεξη για κατάποση και άλλα οθωμανικά). Μια χαρά, με γεια του και χαρά του μέχρι εδώ όλα καλά, εξάλλου όταν άρχισε να εξιστορεί τα καθέκαστα εγώ έβαζα το άιποντ και άκουγα ρέντιοχεντ, φλάινγκ λότους και μαργαρίτη. Αυτός λοιπόν ο χαβαλές, για έναν παράξενο λόγο που για να εξηγηθεί δεν είμαι αρμόδιος εγώ, με αποκαλούσε "Ηλία". Ποτέ δεν το έκανα θέμα γιατί δεν είχα όρεξη να πολυασχοληθώ με τον εν λόγω. Αφού θες Ηλία, Ηλία με λένε, δε βαριέσαι, πάνω απ 'όλα η δουλειά. Ίσως να ήθελε να αποκρύψει με αυτή την χαριτωμενιά την ηθική του ανεπάρκεια και την πνευματική του αναπηρία. Ίσως να ήθελε να επιβληθεί με τον τρόπο του σε έναν "ανταγωνιστή", αν και εδώ που τα λέμε εγώ ποτέ δεν έδειξα να έχω φιλοδοξίες να γίνω κανά κόκορας στο κοτέτσι του νησιού. Οι φίλοι και γνωστοί με ρωτούσαν γιατί δεν απαιτώ να με αποκαλεί με το πραγματικό μου όνομα και γω απαντούσα δε βαριέσαι, άστον να με φωνάζει Ηλία, στο κάτω κάτω της γραφής δεν με αποκαλεί Αγαμέμνωνα ή Αρίσταρχο ή ξέρω γω Πελοπίδα, Ηλίας ας είναι. Πέρασε καιρός και προς το τέλος της σεζόν έρχεται δίπλα μου, στο παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα, θυμάμαι, τους φλιτ φόξις, και μου ζητάει να μάθει το λόγο για τον οποίο ποτέ δεν αντέδρασα που με αποκαλεί Ηλία. Κλείνω το άιποντ, τον κοιτάζω σοβαρά και του λέω απλά και ατάραχα ότι δεν αντέδρασα για τον απλούστατο λόγο ότι το δεύτερο μου όνομα, το βαφτιστικό, είναι το Ηλίας. Και φεύγει από το παγκάκι. Λέω, αποκλείεται να το έχαψε, ποιος έξυπνος άνθρωπος θα το έχαβε; Την επόμενη μέρα βρίσκει μια συνάδερφο και της λέει: "Ρε συ Τίνα απίστευτο. Πες το κάρμα, πες το τύχη, τα έχω παίξει. Να εκείνος, ο ναμπ, που τόσο καιρό τονε έλεγα Ηλία μου αποκάλυψε ότι όντως τονε βαφτίσανε Ηλία". Η Τίνα μπαίνει αμέσως στο κόλπο και, προσπαθώντας να κρατήσει τα χάχανα που ανέβαιναν στο λαιμό της, συνεχίζει το παραμύθι. "Αχ και να 'ξερες γιατί ο Ηλίας ήρθε στο νησί. Προσπαθεί να αποτοξινωθεί, γυρνούσε από το ένα κέντρο στο άλλο, ήταν βυθισμένος βαθιά στην ηρωϊνη και στις κοκαϊνες". Κάγκελο ο Γιώργος. Την άλλη μέρα έρχεται στο παγκάκι που καθόμουν και απολάμβανα, θυμάμαι, πόρτισχεντ και μου ζητάει συγγνώμη. Δε βαριέσαι λέω, εμείς οι πρώην τοξικομανείς είμαστε υπομονετικοί με όλους τους τύπους των ανθρώπων. Αλλάζει θέμα και, καθώς αρχίζει να συζητάει για δυο γκόμενες που πήρε στην Παράγκα, ανεβάζω το βόλιουμ και απολαμβάνω ήδη τα ουρλιαχτά της Μπεθ. Εκείνη, τέλος πάντων, τη μέρα συνειδητοποίησα ότι οι ηλίθιοι δεν ευδοκιμούν μόνο στον στρατό, κυκλοφορούν και ανάμεσά μας. Και ότι μερικές φορές δεν είναι ανίκητοι. Και για το κουτσομπολιό της υπόθεσης, μία φίλη μού είπε ότι ένας φίλος τής είπε ότι ο Γιώργος εθεάθη σε ένα μπαρ να χαμουρεύεται με έναν μπέαρ. Τελικα, μου φαίνεται ότι το προηγούμενο καλοκαίρι όλοι κοροϊδευαμε αλλήλους, αλλά αυτό είναι πρόλογος από άλλο ποστ.