Τρίτη, Φεβρουάριος 17, 2009

Ήσυχες ημέρες

Σχεδόν όλα κυλούσαν ήσυχα σε εκείνη τη μικρή γειτονιά μέχρι εκείνη την ώρα που η Κούλα βγήκε από το στάβλο της κρατώντας το κεφάλι του τράγου στο αριστερό και το χασαπομάχαιρο στο δεξί. Το μαύρο μαντήλι που φορούσε είχε γίνει κατακόκκινο. Το μαχαίρι ακόμη έσταζε. Το αίμα έδειχνε τα ίχνη της. Την Τρίτη είχε μαγειρέψει παστίτσιο. Μπήκε στο σπίτι της και ακούστηκαν σπασίματα. Εκείνη την ώρα, ο κυρ-Κλέαρχος ήταν δίπλα από την τρακάδα και προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται. Είχε πολεμήσει στο αλβανικό. Σκόνταψε στο πλατύσκαλο, την ώρα που μετέφερε έναν κουβά με καυσόξυλα, έπεσε και χτύπησε. Εκλιπαρούσε για βοήθεια. Το γατί του, βλέποντας το σκηνικό άρχισε να σιγοντάρει εκλιπαρώντας και αυτό. Τα φρίσκις που είχε καταβροχθίσει με λαιμαργία προχτές του είχαν προκαλέσει μια ελαφρά δυσκοιλιότητα. Η κυρά Ρήνη εκείνη την ώρα χάζευε Χρουσαλά και, έτσι όπως ήταν προσηλωμένη στα λεγόμενα του Πρόδρομου και της κυρά-Τένιας, δεν άκουσε τις φωνές του συζύγου της. Το Μάρτη πήγε στον μπακάλη και αγόρασε έξη κιλά ακτινίδια και δύο φουντούνια από το περίπτερο. Τις φωνές άκουσε ο Κώτσος και προσπαθούσε να ειδοποιήσει την Μαρίνα, τη γυναίκα του, που είχε την τιβί στη διαπασών και έχασκε με το στόμα ανοιχτό τον Αρναούτογλου. Είχε ετοιμάσει μαυρομάτικα για το μεσημέρι. Θα την ειδοποιούσε αν μπορούσε να μιλήσει: το εγκεφαλικό τον είχε ρίξει στο κρεβάτι και τον είχε βυθίσει σε έναν σιωπηλό κόσμο, μόνο με άναρθρες κραυγές μπορούσε να συνεννοηθεί. Το ’65, Αύγουστο μήνα, επέστρεφε από το χωράφι του καμαρωτός μέχρι που ένα άλογο τον πήρε σβάρνα και τον έριξε μέσα σε ένα χαντάκι. 42 μέρες μετά τον βρήκαν παγωμένο. Ζωντανό, ωστόσο. Λίγο πιο πέρα, μία κότα έσκαβε στο χώμα για να βρει σκουλήκια και ένας τρυποκάρυδος συνέχιζε το θεάρεστο, θορυβώδες έργο του. Η Σούλα Αβανθίας γυάλιζε το ντουφέκι της, χα, θα τον κανόνιζε τον δικό της. Είχε βουίξει η γειτονιά ότι της τα φορούσε, πάλι τον είχαν δει στο Διόνυσο με κάτι πουτάνες αγκαλιά. Ένα παράξενο πράγμα, μόλις εκείνο το πρωί της μπήκε η ιδέα για εκδίκηση. Όλο αυτόν τον καιρό έκανε την πάπια. Στο δημαρχείο η Τασία θα τακτοποιούσε τις εκκρεμότητες. Είχε πάει έτοιμη για όλα και με ένα μπουκάλι βιτριόλι στην τσάντα της. Δε θα μου ‘ρχεται κάθε μήνα ο λογαριασμό του νερού διακόσα-τόσα ευρώ, τι έχω να ποτίσω; Τα αυλάκια με τα κολοκύθια και τις ντομάτες; Πάνε αυτά. Στο ειρηνοδικείο ο μειλίχιος κατά τα άλλα Προκόπης θα απέδιδε δικαιοσύνη. Είχε κουραστεί να τρέχει κάθε τρεις και λίγο με τον δικομανή γείτονα που ‘χε μπλέξει: Γαβγίζουν τα σκυλιά σου; Μήνυση! Κακαρίζουν οι κότες σου; Μήνυση! Γκαρίζει ο γάιδαρος σου; Μήνυση! Δε θα μου ξανακάνεις μήνυση ποτέ, πουτάνας γιε! Ο Θέμος ο νεκροθάφτης έκανε παράξενες σκέψεις την ώρα που έσκαβε έναν λάκκο για το νεκρό της ημέρας: Το δικό μου ποιος θα τον θάψει; Μήπως είναι καλύτερα να πέσω μέσα σ΄ αυτόν που τον έχω και έτοιμο. Αν κοπανίσω την αξίνα στο κεφάλι μου, λογικά, μέσα σ’ αυτόν θα πέσω. Τα μάρμαρα λαμποκοπούσαν. Τα μαυρομάτικα είχαν βράσει και ο χυλός έπεφτε πάνω στην μποτίλια υγραερίου. Ο κυρ-Κλέαρχος ένιωθε να πνίγεται από το σάλιο του. Στο αλβανικό είχε σκοτώσει έναν αντίπαλο. Τώρα, σαν να τον έβλεπε μπροστά του. Τον χαιρετούσε. Θα έρθεις μαζί μου; Ένα κοπρόσκυλο ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην κότα. Το γατί είχε βαρεθεί το νιαούρισμα και κοιμόταν πάνω στην τρακάδα. Ποια λεπτή ισορροπία δεν έχει τηρηθεί; Τι είχε αλλάξει; Ποιος ευθύνεται για το Κακό που θα μας βρει, σκεφτόταν η Μαρίνα; Θε μου, τι σκέφτομαι και έφτυσε τον κόρφο της.
Η Κούλα βγήκε από το σπίτι της κραδαίνοντας το τσεκούρι. Μπήκε στο στάβλο. Αποκεφάλισε μια κατσίκα. Το πήρε το κεφάλι παραμάσχαλα. Το έβαλε πάνω στην τηλεόραση. Δίπλα από το κεφάλι του τράγου με τα κέρατα. Το σεμεδάκι έγινε λούτσα. Τα πίξελ της τηλεόρασης γέμισαν κόκκινα ποτάμια.
Ησυχία στη γειτονιά.