Με το πρώτο λεωφορείο από Θεσσαλονίκη για Βόλο.
Είχαν προηγηθεί μία ολονύχτια διαδρομή με το τρένο από Κομοτηνή, όπου είχα ακούσει ιστορίες για τα στρατά (οι φράσεις «δεν την παλεύω», «γαμώ τη Γκατζολία», «πόσες και σήμερα;» εκτοξεύονταν με ρυθμό πολυβόλου από τους φαντάρους – λίγα χρόνια μετά θα τις χρησιμοποιούσα και γω με παραπλήσιο ρυθμό), μία συνάντηση με κάποια που καταγόταν από το χωριό μου και στη δεκαετία του ’60 είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία, (με διέταξε να δώσω χαιρετίσματα στη Ρίτα -δεν ήθελα να τη λυπήσω αναγγέλλοντας της ότι η Ρίτα είχε μετοικήσει λίγα χρόνια πριν εις τόπον χλοερόν – ουδείς στέργει άγγελο κακών), πολλές απεγνωσμένες απόπειρες να κοιμηθώ, άλλες τόσες αποτυχημένες, ένα πακέτο γκολουάζ, το ξημέρωμα στον σταθμό, μία γκρι ανατολή, ένας πικρός, μαύρος κατράμι καφές στα Κτελ και η διαγώνια ανάγνωση μίας χτεσινής εφημερίδας που με περίμενε σε ένα παγκάκι, στην πρώτη σελίδα της οποίας οι τίτλοι έγραφαν κάτι για την χαμηλές πτήσεις των Τούρκων πάνω από το Αιγαίο, τις επικείμενες αγροτικές κινητοποιήσεις και για τη φανταστική πορεία του Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα.
Θα κοιμόμουν στη διαδρομή, αναμφίβολα, αν δεν χτυπούσαν τα κινητά. Και αυτά ηχούσαν κάθε πέντε, άντε δέκα το πολύ, λεπτά. Το είχα πάρει απόφαση. Θα κοιμόμουν στο σπίτι μου στο Βόλο. Γι αυτό και το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να απολαύσω τη διαδρομή, τι και αν την ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά; Ο Αξιός, η Κατερίνη, η Λεπτοκαρυά, το κάστρο του Πλαταμώνα, η κοιλάδα των Τεμπών, ο Πηνειός, ένα τρακτέρ, ένα δεύτερο, να και ένα τρίτο, να και χίλια ακόμη. Το μπλόκο.
Μόλις είχαν κλείσει το δρόμο. Και εκείνη τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να αρχίσω να βρίζω την τύχη μου τη μπουζουξού, αφού δεν είχα ακούσει τη συμβουλή του πατέρα μου που με είχε προτρέψει να «κάτσω στα αυγά μου» γιατί ήταν βέβαιος πως οι αγρότες θα έκλειναν την εθνική στα Τέμπη και εγώ τον είχα γράψει στα παλιά μου τα υποδήματα (η αλήθεια είναι ότι δεν άντεχα στην Κομοτηνή μετά την εξεταστική – ψοφόκρυο, απονέκρωση και ακατέργαστη ανία), άρχισα να διασκεδάζω με τις αντιδράσεις των επιβατών. Μία καλοντυμένη κυρία πανικοβλήθηκε επειδή θα έχανε ένα μήτινγκ και απειλούσε θεούς (το Σημίτη;) και δαίμονες (τον Πατάκη;), ένας ευτραφής άρχισε να φωνάζει (τι χάλια είναι αυτά, τι σας φταίμε, έχουμε και δουλειές – κρατούσε μία ασημένια βαλίτσα, μέσα στην οποία είμαι σίγουρος ότι ξεκουραζόταν ένα ρεβόλβερ, ωραία, θα μας πούνε και στις ειδήσεις, θα χυθεί αίμα), μία ροδαλή φοιτητριούλα μουτζόκλαιγε (ιπποτικά της προσέφερα ένα ζέβασοφτ – ανταπέδωσε έναν αναστεναγμό και μου είπε ότι κατέβαινε στο Βόλο για να δει το αγόρι της που υπηρετούσε στη Σάμο, είχε καιρό να τον «δει», αχ και τώρα πότε θα τον «δω», μόνο μία τριήμερη πήρε για να με «δει»), ενώ ένας φαντάρος με στολή εξόδου κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Ο οδηγός ήδη διαπραγματευόταν. (Μα από πού να πάμε; - Παρακαμπτήριο να πάρετε. Από την εθνική δεν περνάτε. – Μα δεν μας λυπάστε; Τι σας φταίμε; - Γιατί; Εμείς τι σας φταίμε; Που μένουν στις αποθήκες τα βαμβάκια και τα λάδια; Που τα πουλάμε για ένα ξεροκόμματο; Ούτε επιδοτήσεις παίρνουμε, ούτε τίποτα. Μας κοροϊδεύουν – Ρε παιδιά μαζί σας είμαι, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διαμαρτυρηθείτε; - Υπάρχει, αλλά πού να τρέχουμε στην Αθήνα; - Καλά, και από πού να πάμε τώρα; - Παρακαμπτήριο. Μέσω Καρίτσας). Την ώρα που το λεωφορείο έμπαινε στην παρακαμπτήριο, πρόσεξα λίγο το όλο σκηνικό. Σίγουρα δεν θα ξυπνούσαν μια ωραία πρωϊα και θα κλείναν το δρόμο, αν δεν είχαν αιτήματα. Η φτώχεια είναι κινητήριος δύναμη. Και η απόγνωση. Και η βαρεμάρα. Και η άποψη ότι όταν ένα μπουρδέλο καίγεται πρέπει πάση θυσία να σωθεί η πουτάνα. Κάτι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και κάτι μου έλεγε ότι αυτές οι εικόνες θα επαλαμβανόταν ξανά και ξανά.
Φτάσαμε στο Βόλο μετά από 4 ώρες περιπλάνησης. Το είχα πάρει απόφαση ότι θα αργούσαμε και χάζευα, θυμάμαι, τη διαδρομή ακούγοντας Διάφανα Κρίνα στο γουόκμαν. Είδα μέρη που δεν είχα ξαναδεί. Έφτασα στο συμπέρασμα ότι ο νομός Λαρίσης δεν αποτελείται μόνο από τον αχανή κάμπο, αλλά και από γραφικά χωριά με πετρόχτιστα αρχοντικά και φιδογυριστά καλντερίμια, από καταπράσινα λιβάδια γεμάτα αγελάδες που έβοσκαν γαλήνιες , από όμορφες παραλίες με ψιλή άμμο και από άλλες με πετρούλες, από περήφανα βουνά και από υπεραιωνόβια δέντρα με χοντρούς κορμούς και δυνατά κλαδιά, που άπλωναν στο άπειρο.
Καθώς φτάσαμε στο Βόλο με παρέλαβε ένας ταξιτζής που χώρεσε άλλους τρεις, καημένους σαν εμένα, στο όχημά του. Περιπλανηθήκαμε σε όλη την πόλη παρακολουθώντας τους δρόμους ανέκφραστος, μέχρι που πρόσεξα κάποιους δημοτικούς υπάλληλους να κόβουν νεραντζιές. – Μα γιατί τις κόβουν; - Θα κάνει λέει ο δήμαρχος θέσεις για πάρκινγκ – Ο Βόλος είναι ήδη γκρι – Και τι έγινε; Θα μας βλάψει λίγο γκρι ακόμη; Δεν είχα διάθεση για περαιτέρω κουβέντες. Ήμουν και κουρασμένους.
Δεν ξέρω γιατί ακριβώς θυμήθηκα όλα αυτά. Ίσως φταίνε τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων ημερών. Και η προσπάθεια να βρω τι ακριβώς έχει αλλάξει από εκείνο το πρωί του Φλεβάρη του 1999.
