Πέμπτη, Οκτώβριος 23, 2008

Ο άνθρωπος που δεν ήξερε τι ήθελε

Έχω να γράψω τόσο καιρό που έχω ξεχάσει πώς είναι. Να νιώθεις άδειος έχοντας καταθέσει ένα μικρό, πολύ μικρό, κομμάτι της ψυχής σου στο χαρτί. Έχοντας κοινοποιήσει κάποια από τα εφήμερα συναισθήματά σου και έχοντάς τα μοιραστεί με 2-3 φίλους που σε διαβάζουν συστηματικά και με 5-6 ακόμη που έπεσαν τυχαία εδώ μέσα ακολουθώντας τα μονοπάτια που τους έδειξε το γκουγκλ για σεξουαλικές και κάθε είδους άλλες πληροφορίες. Αυτά ως πρόλογος. Για όλα τα άλλα δεν ξέρω. Δεν ξέρω γιατί γράφω ακριβώς αυτό το κείμενο. (πιθανότατα είναι η αίσθηση της «κενότητας» που έλεγα παραπάνω). Δεν ξέρω ποιο είναι το νόημα της ζωής (-Το ποτάμι είναι, -Α ναι; , -Τι; Δεν είναι το ποτάμι;). Δεν ξέρω τι θα φάω αύριο και πώς θα ξημερώσω. Επίσης, ποτέ δεν ήξερα πώς είναι να γράφεις υπό την επήρεια LSD και νομίζω ότι δεν θα μάθω ποτέ, γιατί τώρα που γράφω αυτές τις λίγες γραμμές μόνο τέσσερα τζιν τόνικ και τρεις βότκες πορτοκάλι έχω πιει. Το μόνο που ξέρω με σιγουριά είναι ότι δεν έχω βρει ακόμη αυτό που ψάχνω γιατί κάπου στην πορεία ξέχασα ποιο είναι το ζητούμενο. Εντάξει, ναι, συμφωνώ και επαυξάνω, πρέπει να κυνηγάμε αυτό που μας αρέσει, να το κυνηγάμε να το πιάσουμε και να το ξεζουμίσουμε μπας και γίνουμε ευτυχισμένοι, γιατί ίσως αυτό να είναι το κομβικό σημείο. Να κυνηγάμε αυτό που θέλουμε. Μας το λένε οι δάσκαλοι. Βέβαια, δεν μας έχουν πει πώς να ξεχωρίζουμε αυτό που θέλουμε για να το κυνηγήσουμε. Και τα βιβλία των ψευτοψυχολόγων με τις δήθεν συμβουλές για τα σκουπίδια είναι. Ακολούθα το ενστικτό σου, φόλοου γιορ χαρτ, όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ ο κόσμος συνωμοτεί για να το πετύχεις και άλλες λοιπές σαχλαμάρες. Μια φίλη έλεγε ότι τα πάντα στη ζωή είναι θέμα επιλογών. Τόσο αυτονόητο, σα να λέμε ότι η γη είναι στρογγυλή, άσχετα αν ο πάπας το παραδέχτηκε δημοσίως τη δεκαετία του ’80. Να κυνηγάμε αυτό που θέλουμε. Το νόημα της ζωής. Της ζωής των άλλων. Της ζωής. Τους. Μάλλον και της δικής μου. Ποιος είμαι εγώ για να περιχαρακώνομαι; Ένας απλός συνηθισμένος άνθρωπος είμαι. Πιο συνηθισμένος δε γίνεται, κακά τα ψέματα.

Αυτά τα λίγα. Τώρα το μόνο που μένει είναι να τα ανεβάσω και να τα κλειδώσω στο μπλογκ μου. Θα ξεχάσω όλα όσα έγραψα. Θα πάω στο φέησμπουκ και θα μπω σε εκείνο το γκρουπ τα μέλη του οποίου επιθυμούν διακαώς να προστατέψουν τον πλανήτη από το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Θα κάνω και γω το χρέος μου ως ανθρώπινο ον. Μετά, θα φορέσω τα καλά μου ρούχα, θα σφίξω γερά τον κόμπο της γραβάτας μου και θα μοιάζω με άνθρωπο που είναι έτοιμος να εμπνεύσει ασφάλεια και σιγουριά. Θα υποδυθώ τον άνθρωπο εμπιστοσύνης, τον άνθρωπο που ξέρει τι θέλει, τον άνθρωπο που ζει καθημερινά τη ζωή του. Θα φορέσω και το αφασικό χαμόγελό μου και όλα καλά. Καθώς θα οδηγάω, θα μου ‘ρθει η ιδέα να σταματήσω να χαζέψω τα κύματα και τα σύννεφα, να αναπνεύσω καθαρό αέρα και να απολαύσω τη θέα. Θα τη διώξω αμέσως. Γιατί αν αργήσω, ίσως να ακούσω παράπονα και γκρίνιες. Όταν θα μπω μέσα, θα παίξω καλά το ρόλο μου. Δεν είναι ο πρώτος ρόλος και σίγουρα δε θα είναι ο τελευταίος. Δεν είμαι ο πρώτος και σίγουρα δεν είμαι ο τελευταίος. Άλλη μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι. Μία από τις εκατομμύρια. Ένας από τους χιλιάδες. Ένας ανάμεσα στο πλήθος. Και καθώς θα φεύγω, θα βάλω τέρμα τη μουσική και θα νιώσω ελεύθερος. Μέχρι αύριο το πρωί. Αύριο το πρωί θα ξέρω τι θέλω και θα αρχίσω να το κυνηγάω.

Δεν το πιστεύω βέβαια, αλλά ήθελα το κλείσιμο του ποστ να αποπνέει έναν αέρα αισιοδοξίας...