Τρίτη, Μάϊος 27, 2008

Tρίχες

Είχα να ξυριστώ τρεις βδομάδες. Μου αρέσει να μένω αξύριστος, αν και τώρα που καλοκαιριάζει παρουσιάζεται το οξύτερο των προβλημάτων. Η αδυσώπητη φαγούρα. Πασαλείφθηκα με αφρό και πήρα το μπικ το μαύρο, που ενδείκνυται για μούσια ημερών. Εννοείται ότι κόπηκα. Κοιταχθηκα στον καθρέφτη. Η κόκκινη, εκείνη η αιμάτινη σταγόνα έδενε αρμονικά με το άσπρο του αφρού. Οι νοσοκόμες φορούν άσπρες στολές με έναν κόκκινο σταυρό. Στις ταινίες, βέβαια. Γιατί οι τωρινές ντύνονται ποικιλοτρόπως. Το άσπρο όμως παραμένει. Το κλασικό, αυτό της ανείπωτης παρθενίας. Ή του Ρολ. Δε θα κολλήσουμε εδώ πέρα. Τον Νοέμβρη, λοιπόν, που ξενυχτούσα στο νοσοκομείο είχα σταμπάρει μια ξανθιά, που καθόταν πίσω από τον πάγκο. Είχε εκείνο το βλέμμα της απόλυτης πλήξης. Βαρετή δουλειά αναμφίβολα. Και σκληρή συνάμα: ξεσκάτιασμα γραιών, υπόθετα, οροί, σύριγγες αιμοδοσίας, κουτσομπολιό από την παλιά νοσοκόμα που δεν σε πολυχωνεύει, στριγκλίσματα από την προϊσταμένη και κατσάδες από τον αντιπαθητικό διευθυντή, σεξουαλικές παρενοχλήσεις από τριαντάχρονους, που για να σου πιάσουν κουβέντα έρχονται και σου ζητάνε στην αρχή μεσουλίντ και το τηλέφωνό σου αμέσως μετά. Μια νύχτα πήγα στον πάγκο και της ζήτησα ένα μεσουλίντ. Κοίταξα τη στολή της, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν είχε τον κόκκινο σταυρό. Ο σταυρός ο εκτελών χρέη δονητή στον «εξορκιστή». Το είχαμε δει μαζί με τη Βάσω και στην επίμαχη σκηνή άρχισε να ουρλιάζει. Ήθελε να παντρευτεί κάποιον που να φοράει στολή. Το ένστολο φαίνεσθαι και το ωμό είναι. Παραμυθιάσματα, κύρος και τα άλογα τα πράσινα: όταν αφαιρείς τις στολές, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τις ατσαλάκωτες πτυχώσεις στην αντοχή και στη βυθούλκηση και από τις ραφές στη διάμετρο και στο μέγεθος, does matter. Η Βάσω που ήθελε ένστολο: στρατιωτικό, αστυφύλακα, γιατρό, νοσοκόμο, συνοριοφύλακα ή έστω τραυματιοφορέα. Αρραβωνιάστηκε έναν μηχανολόγο μηχανικό. Μια μέρα τον άκουσα να μιλά και να χρησιμοποιεί τον όρο «ναυτίπλαγκτος». Έψαξα στα λεξικά να δω τι σημαίνει αλλά δεν την βρήκα. Εν τη ρύμει του λόγου πολλά λέγονται και λίγα βρίσκουν στόχο. Κάποτε μου άρεσε να παίζω βελάκια. Από τότε που ένα καταραμένο πέτυχε την Αραπίτσα στον ποπό, το έκοψα. Πόσες φορές είπα να κόψω το τσιγάρο, δε θυμάμαι, μάλλον γιατί δεν το πίστεψα ποτέ. Μιλάω χωρίς να πολυπιστεύω. Κάποιος μεσήλικας που ανεβαίνει γονυπετής τα σκαλιά για να προσκυνήσει μια εικόνα, μόνο αυτός είναι σε θέση να μας δηλώσει πως πιστεύει. Τα αναλύει η Dubisch. Είχα γνωρίσει μια γαλλίδα ανθρωπολόγο. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν οι μασχάλες της. Ήταν αξύριστες. Εγώ μόνο τα μούτρα μου ξυρίζω. Αυτό έλειπε, να ξυρίζω και τις μασχάλες μου.

Κοιτάχθηκα ξανά. Είχα ξεχάσει να ξυρίσω το μουστάκι μου. Ο wannabe πορνοστάρ στα πρώτα άγουρα χρόνια της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ο βοσκός που δεν ακολουθεί τις τάσεις της μόδας. Ο κυνηγός που ζει μόνο για να σκοτώνει αγριογούρουνα και για να γαμοσταυρίζει την γυναίκα του. Ο τροφοσυλλέκτης που αρκείται να καταβροχθίζει οτιδήποτε ανθεί και κινείται. Ο πατήρ που βρίσκει το ανύπαρκτο νόημα της ζωής του με το να υποβιβάζει λεκτικά το γιο του, γιατί νιώθει ότι ως πενηντάρης έχει χάσει το πάνω χέρι. Ο τραχύς οικοδόμος που ντρέπεται να βάλει αντιηλιακό, αν και γνωρίζει ότι το μελάνωμα φυτρώνει κάτω από το δέρμα του. Ο ξεπεσμένος κινηματογραφικός σταρ των 70ς με κάπως λιγότερα μαλλιά. Ψαχούλεψα το κεφάλι μου. (ακολουθεί ανέκδοτο Λαλάκη: «...ψάξε να δεις το κεφάλι σου. Να δεις αν φύτρωσαν.» Από κάτω ακούγονται ανεξέλεγκτα χάχανα, σαν εκείνα των αμερικανικών σίτκομς. Δεν μου το βγάζεις, λοιπόν, από το κεφάλι ότι και αυτά κονσέρβα είναι. Καρκαρκάρ οι κότες, να καμάρι ο κόκορας. Κάπου εδώ αποδέχομαι το σχόλιο ότι κοιτώ τα πράγματα οριζόντια, σα να λέμε επιφάνεια, και όχι κάθετα, σα να λέμε βάθος, αλλά από τότε που αισθάνθηκα πως καλλιέργησα και μπόλιασα μέσα μου αυτή την αίσθηση της ματαιότητας και της καταβύθισης εμού όπως και όλων των άλλων, ορατών και αοράτων, εμψύχων και αψύχων στον μένταλ αυνανισμό, μην περιμένεις από μένα χειροπιαστά ή αφηρημένα θαύματα, καρκαρκάρ, γελάμε, γελάτε και περνάμε καλά. Κενό. Να ξανά τα χάχανα). Ψαχούλεψα το κεφάλι μου. Για να γίνεις τάρανδος οφείλεις να σχετίζεσαι, one way or another. Για το λακκάκι έψαχνα. Πώς λέμε, κάλος στον εγκέφαλο; Είχα πέσει, λέει, η μαμά μου λέει, από την κούνια και δημιουργήθηκε ένας λάκκος. Αυτό εξηγεί πολλά πράγματα. Το εξής κάτωθι: εκεί που κάθομαι και είμαι στην τρελή χαρά, κάτι γίνεται και νιώθω ένα φούσκωμα, σαν να έχεις φάει μονοκοπανιά τρία πιάτα φασόλια γίγαντες ένα πράγμα, και αλλοπρόσαλλα δάκρυα κυλάν αναίτια από τα μάτια μου. Αλλά αυτά είναι χιλιοπωμένα πράγματα. Έκκεντροι κύκλοι. Γιαλαντζί εκκεντρικότητες.
Έριξα άλλη μια ματιά στα μούτρα μου. Το μουστάκι είχε εξαφανιστεί. Έπρεπε να κάνω και κάτι άλλο. Ένας φίλος μου, γιατρός, μού το είχε πει αρχής-εξαρχής: το να ξυρίσεις το κεφάλι σου είναι δίκοπο μαχαίρι. Καθένας που θα σε βλέπει θα σκέφτεται, τουλάχιστον στην αρχή, δυό τινά: ότι είσαι άγριος χρυσαυγίτης ή άγριος γκέης, διάλεξε και πάρε. Ακροδεξιά ή πράιντ; Είχε διαβάσει λέει στην ψυχιατρική για την ομαδοποίηση των σκίνχεντς, την αίσθηση του «συνανήκειν» στην αγέλη των σκίνχεντς στην Βαυαρία και μία παράγραφος έλεγε ότι η ολοκληρωτική ξούρα παραπέμπει στο φαλλικό υποκατάστατο. (Πόσο συνηθίζουμε υποκατάστατα; Ξεκινάς όνειρα τέλος αρκείσαι αυτό που έφηβος μισούσες. βρω θα τον έρωτα ζωής μου καταλήγεις βάλτο της συμβιβαστικής συνήθειας. Ταξιδέψω θα, γυρίσω κόσμο θα και καταλήγεις με το κοπαδιστάν 15αύγουστου κοσμικό νησάκι βάζεις στο μυαλό σου ότι μαλακία έκανες, εφησυχάζεσαι γιατι του χρόνου πας θα στην Κούβα καταλήγεις πάλι στη Λακκούβα. Πολλά περισσότερα μωρέ είναι, χρόνο δεν έχω όμως). Πέταξα το μπικ το μαύρο. Πήρα ένα άλλο μπικ μαύρο. Ολοκαίνουργιο. Ο φίλος μου ο γιατρός δεν είχε γράψει καλά στο μάθημα της ψυχιατρικής. Με 5 είχε περάσει, τη βάση είχε πιάσει.

Γκούχου, γκούχου.
Ανακοίνωσις: May I have your attention, please? Ακολουθεί μουσικό διάλειμμα
(βάζω τους στίχους του “Silence”, εσύ βάζεις τη μουσική)

Esteja alerta para as regras dos três
O que você dá, retornará para você
Essa lição, você tem que aprender
Você só ganha o que você merece
Tempted in our minds
Tormented inside lie
Wounded and afraid
Inside my head
Falling through changes
Did you know when you lost?
Did you know when I wanted?
Did you know what I lost?
Do you know what I wanted?
Empty in our hearts
Crying out in silence
Wandered out of reach
Too far to speak
Drifting unable
Did you know when you lost?
Did you know when I wanted?
Did you know what I lost?
Do you know what I wanted?

Το κοπάδι και η εκούσια ή ακούσια συσσωμάτωση και ο τάρανδος και ο λαλάκης και η πίστη και η πίστη για τη στολή και το ξύρισμα. Είχα να ξυριστώ τρεις εβδομάδες. Είχα αναγκαστεί να ξυριστώ πριν τρεις εβδομάδες. Έπρεπε. Για να δείχνω κόσμιος στην κοινωνική εκδήλωση. Μία παιδική φίλη εκείνη τη μέρα είπε ότι μαζεύω υλικό για το μπλογκ μου. Ηρέμησα. Γιατί κατάλαβα ότι δε με διάβαζε. Αν με είχε διαβάσει, έστω και μία φορά, θα είχε καταλάβει ότι εδώ μέσα γράφω για τρίχες.
Ίσως από σήμερα να αρχίσω να γράφω και για την έλλειψή τους.

Δευτέρα, Μάϊος 26, 2008

Σώστε το Καφέ Σαντάν

Γενικότερα, είμαι κατηφής και απαισιόδοξος. Ακούω με περίσκεψη τις λέξεις «συλλογικότητα» και «ακτιβισμός». Κάποιες λέξεις είναι καταδικασμένες να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά. Μέχρι να φθαρούν και να χάσουν το νόημά τους. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να είναι αποτελεσματική μια συλλογή υπογραφών. Και μέσα από το διαδίκτυο.
Ας πούμε, μπορείς να υπογράψεις και ύστερα να αλλάξεις πλευρό. Γιατί συνέβαλες στον κοινό σκοπό. Λες, έκανα το καθήκον μου και μετά είμαι ήσυχος, who cares?
Και πες ότι υπέγραψα, τι θα γίνει;
Θα γίνει ο κόσμος μας καλύτερος;
Θα αλλάξει η ζωή μου;
Όταν όλα έχουν αποφασιστεί, τι μπορείς να κάνεις;
Όσο και να φωνάζω μάλλον δεν μπορώ να αλλάξω κάτι.

Αλλά είναι κάποια βιώματα.
Και ο σεβασμός προς αυτά, σε κάνουν λίγο πιο εύκαμπτο, λίγο πιο «ρομαντικό».
Γιατί εκεί άκουσα για πρώτη φορά το “Creep”.
Γιατί εκεί έμαθα να αγαπάω τους Smashing Pumpkins.
Γιατί εκεί άκουσα τραγούδια, που πέρασαν μέσα στο DNA μου. Όπως το “Sunday Bloody Sunday”. Όπως το “Paranoid”. Όπως το “Bigmouth Strikes Again”. Και το “From Her To Eternity”. Και το “Blister In The Sun”. Και τόσα άλλα...
Γιατί εκεί μέσα πέρασα κάποια από τα καλύτερα βράδια της ζωής μου.
Γιατί το «Καφέ Σαντάν» είναι ένα κομμάτι αυτής της πόλης.

Το ελάχιστο που μπορώ να κάνω είναι να υπογράψω.
Ρίξε μια ματιά.
Ίσως και εσύ να θελήσεις να υπογράψεις

Πέμπτη, Μάϊος 22, 2008

Threads

Όταν η βαρεμάρα βαρούσε κόκκινο, ο Ιωνάθαν τηλεφωνούσε στη φίλη του τη Σιγκμουδία και μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων. Ήταν ένας ευχάριστος και σχετικά ανέξοδος τρόπος για να περνά η ώρα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να περνά γρήγορα η ώρα, γιατί πολλές φορές ένιωθε ότι ο χρόνος πάγωνε. Και όταν πάγωνε, τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σαν λεπτά, τα λεπτά σαν ώρες και οι ώρες σαν αιώνες. Με το τηλέφωνο ο χρόνος κυλούσε με άνεση, όπως το νερό σ’ εκείνο το ρέμα με τους σάπιους βράχους και τα φθισικά κυκλάμινα.

Καθώς, λοιπόν, συζητούσαν για τη Γιουροβίζιον και για το προφίλ τους στο facebook, η κοπέλα τον ρώτησε ξαφνικά: «Φοβάσαι;». Απάντησε αμέσως, χωρίς παύσεις, για να μη δείξει ότι αυτή της η ερώτηση είχε ήδη προκαλέσει ένα ελαφρύ μούδιασμα στο δεξί αυτί του. «Όχι». Εκείνη συνέχισε. «Κοίτα, δεν ήταν ερώτηση. Ξέρω ότι φοβάσαι». Τη διαβεβαίωσε ότι έκανε λάθος. «Το μόνο που φοβάμαι είναι να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας», κλέβοντας την ατάκα από τον αρχηγό των Γαλατών. Η Σιγκμουδία έγινε λίγο πιο συγκεκριμένη: «Φοβάσαι να ζήσεις. Να ανοιχτείς στους ανθρώπους. Να νιώσεις. Να χαρείς. Φοβάσαι μήπως απογοητευθείς και σπάσεις τα μούτρα σου. Γι αυτό και επιλέγεις την αδράνεια και...». Την διέκοψε λέγοντας ότι δεν έχει αποσυρθεί ακόμη από τα εγκόσμια, παρ’ όλο που παλιότερα είχε σκεφτεί να πάει να μετοικίσει στο Άγιο Όρος, και πως δεν έχει παραιτηθεί από αυτά τα δικαιώματα που αναζωογονούν τον καθένα από εμάς. Μάλιστα, για να της αποδείξει πως δεν φοβάται και πως είναι ένας πολύ επικοινωνιακός άνθρωπος, της προέταξε το επιχείρημα ότι έχει και ιστολόγιο. «Ο κλασικός Ιωνάθαν. Κάθε φορά που η συζήτηση επικεντρώνεται σε σένα, αλλάζεις θέμα. Κάποτε πρέπει να πάψεις να είσαι τόσο αμυντικός απέναντι σε όλους και σε όλα. Γιατί ο χρόνος περνά γρήγορα και δεν ξανάρχεται. Ό,τι και να μου λες, δεν με πείθεις. Ακόμη δεν έχεις μάθει ότι οι φίλοι σου σε ξέρουν καλύτερα;». «Από ποιον;». «Από τον ίδιο σου τον εαυτό. Γι αυτό μη μου λες ψέματα. Από μένα δεν μπορείς να κρυφτείς» και τον καληνύχτισε.

Κάπου εκεί, ο χρόνος πάγωσε. Ο Ιωνάθαν δεν είπε τίποτα, δεν είχε και νόημα κιόλας, αφού είχε ήδη κλείσει η γραμμή. Έμεινε να κρατά το ακουστικό στο χέρι. Και τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σαν λεπτά και τα λεπτά σαν ώρες. «Μα δεν έλεγα ψέματα, την αλήθεια είπα», μουρμούρισε. Αν της ξανατηλεφωνούσε, θα καταλάβαινε ότι είχε χτυπήσει κάποιο νευραλγικό σημείο του και θα αποδεικνυόταν το αληθές των λόγων της. Οπότε, κατέβασε το ακουστικό και το μόνο που έκανε ήταν να ακούει ένα τραγούδι, οι στίχοι του οποίου έκαναν λόγο για ψέματα: “but you lied, ooooh but you lied”.

Όχι, ήταν βέβαιος ότι της είχε πει την αλήθεια.
Μάλλον η φίλη του μιλούσε για κάποιον άλλο, όχι γι αυτόν. Σίγουρα μιλούσε για κάποιον άλλο. Μάλλον ο ίδιος δεν είχε ακούσει καλά. Σίγουρα δεν είχε ακούσει καλά, είχε και παράσιτα η γραμμή, έκανε και διακοπές. Έτσι κι αλλιώς, στο υπόγειο που έμενε ήταν δύσκολο να μιλήσει με κάποιον, δεν έδινε σήμα. Ναι, σίγουρα δεν είχε μιλήσει με τη φίλη του. Τελευταία φορά που μίλησαν ήταν πριν από τρία χρόνια στην ορκωμοσία τους. Και μετά, θυμήθηκε ένα πρωί του Νοέμβρη που είχε διαβάσει μια είδηση στην τοπική εφημερίδα. Τα μεγάλα παχιά γράμματα έγραφαν ότι εκείνη είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό, κάπου στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας.
Ήταν βέβαιος. Δεν υπήρχε κάτι που να τον φοβίζει ή που να τον κρατά μακριά από τη ζωή. Ο εαυτός του ίσως, αλλά μπα. Όχι πλέον.
Γιατί τον είχε συνηθίσει.

Τρίτη, Μάϊος 20, 2008

Douze Pointe

Σάββατο, Μάϊος 17, 2008

IδιογράφΩς


Eυχαριστώ τον Narita και τη Surrealist για την πρόσκληση.
Για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Πέμπτη, Μάϊος 15, 2008

Χέβιερ

Πόση ώρα είχε περάσει, δεν μπορούσε να πει. Μπορούσε να αφουγκραστεί κάτι ήχους που έμοιαζαν με τιτιβίσματα, αλλά δεν ήταν παρά μόνο κάποιες λίγες σκόρπιες κουβέντες που είχαν ανταλλάξει μερικοί διαβάτες μεταξύ τους και μπόρεσε να ακούσει ένα χλιμίντρισμα που είχε ξεφύγει από το στόμα κάποιου, που είχε περάσει τρέχοντας γρήγορα από δίπλα του, μιας και είχε ξαμοληθεί όλη η αστυνομική δύναμη της πόλης ξωπίσω του, αλλά πριν εξαφανιστεί είχε προλάβει να πει «Πω ρε συ, λιώμα είναι αυτός!». Έτσι όπως ήταν ακουμπισμένος στην κολόνα, ένοιωσε ένα άγγιγμα. Πίστεψε ότι είναι κάποιος καλοκάγαθος χριστιανός που θα τον βοηθήσει να ξανασταθεί στα πόδια του, αλλά ήταν ένας μεγαλόσωμος σκύλος, που έχοντας σταμπάρει από παλιά την κολώνα συνήθιζε να την χρησιμοποιεί ως δημόσιο ουρητήριο. Ξουτ, μπόρεσε να ψελλίσει, Καλά με συγχωρείς σε είχα για νεκρό, απάντησε εκείνος και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. Κοίταξε προς το κέντρο του πάρκου και είδε εκείνη τη γάτα, που λίγο πριν γλειφόταν, να ανατσουτσουρώνεται, να νιαουρίζει απειλητικά σαν να θέλει να τρομοκρατήσει κάποιον και αμέσως μετά να αιωρείται λικνιζόμενη προς τον ουρανό. Και μετά έναν περαστικό να χάνει το βάρος του, να προσπαθεί να κρατηθεί από το πιο παχύ κλαδί μιας νερατζιάς, αυτή να ξεριζώνεται και να ίπτανται μαζί προς τα πάνω. Και τα αυτοκίνητα να ανεβαίνουν προς τη στρατόσφαιρα και ακόμη πιο ψηλά, τα αντικείμενα να εκσφενδονίζονται προς τα πάνω, μόνο προς τα πάνω, λες και είχε γυρίσει η Γη ανάποδα, λες και η βαρύτητα είχε καταργηθεί. Και παρακαλούσε μέσα του να χάσει και αυτός το βάρος του, να ανεβεί προς τον ουρανό, αλλά αυτός παρέμενε ξαπλωμένος στο δάπεδο, δίπλα από την κολώνα, να χαζεύει όλους τους άλλους να αιωρούνται, αλλά αυτός να μένει εκεί, κάτω στο δάπεδο, στις πλάκες του πεζοδρομίου, σαν να έχει καταδικαστεί από το πείσμα κάποιας σατανικής δύναμης να κείται καρφωμένος. Δε θα πετάξω ποτέ, δε γίνεται να πετάξω, ας πατήσω στα πόδια μου επιτέλους και ας δω τι μπορώ να κάνω από εδώ και πέρα. Και πάτησε στα πόδια του. Όταν ξανακοίταξε γύρω του, όλα ήταν όπως πριν, όλοι περπατούσαν στα πεζοδρόμια, τα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στη λεωφόρο και η γάτα κοιμόταν πάνω στο παγκάκι.

Έφτασε στο γραφείο. Κοίταξε το ρολόι του. Δεν είχε καθυστερήσει καθόλου. Στην ώρα του, Άγγλος. Ο Βησσαρίων έκανε για άλλη μια φορά ένα πικρό σχόλιο για τη συνήθειά του να πηγαίνει στο πάρκο για να καπνίσει. Ο *τ*** δεν του είπε τίποτα, γιατί πίστεψε ότι το πικρό του σχόλιο αναφέρεται σε κάποιον άλλο συνάδερφό του, καπνιστή, μιας και ο ίδιος ένοιωθε ότι δεν είχε βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα του. Ο Ευσέβιος τον πλησίασε και του έδωσε το κόκκινο μπαλόνι που είχε κλέψει χτες από την τσέπη του. Τον κοίταξε με απορία. Δεν είναι δικό μου, Δικό σου είναι-το βρήκαμε στην τσέπη σου, Δεν είναι δικό μου, Πάρ’ το, Ευχαριστώ, Γιατί το είχες στην τσέπη σου, Δεν ξέρω να σου πω-αφού δεν είναι δικό μου, Οκ, καλά γιατί εμείς νομίζαμε ότι για σένα σημαίνει πολλά, Τι εννοείς; Για να το έχεις στην τσέπη σου κάτι σήμαινε, Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω; Όχι, αλλά μάλλον ήταν κάτι σημαντικό-ίσως να είχε σχέση με αναμνήσεις ή, ξέρω γω, με κάποιες επιθυμίες, Ποιες επιθυμίες, Εσύ να μου πεις, Δε θυμάμαι να έχω επιθυμίες και όνειρα, το μόνο που θέλω είναι να είμαι καλός στη δουλειά μου, Ρε πλάκα κάνεις, Όχι, Αμνησία έχεις; Δε νομίζω-αν και η αλήθεια είναι πως νοιώθω κάπως θολωμένος-έχεις κάτι άλλο να μου πεις; Όχι, Ε, ας δουλέψουμε τότες-σου είπα ότι το μόνο που με νοιάζει είναι η δουλειά μου, τίποτα άλλο. Και έτσι έληξε η συζήτηση. Ο ****ς κοίταξε γύρω του. Δε θυμόταν τίποτα από όσα είχαν και δεν είχαν συμβεί πριν. Είχε ξεχάσει ήδη το κόκκινο μπαλόνι.

Από εκείνη τη μέρα και για ένα λόγο που δε μπορούσε να πει, δε θέλησε να ξαναπάει στο πάρκο, ξεφεύγοντας έτσι από τα ειρωνικά σχόλια του διευθυντή του, ο οποίος σε μια ανύποπτη στιγμή, μερικούς μήνες αργότερα, του αύξησε τον μισθό και τον έχρισε βοηθό του, πράγμα που έκανε τους συναδέρφους του να σκάσουν από τη ζήλεια. Εργαζόταν σκληρά και, όταν ο Βησσαρίων παραιτήθηκε για λόγους υγείας, έγινε ο ίδιος προϊστάμενος στο τμήμα. Και όλα πήγαιναν καλά. Μόνο, όταν κάποιες λίγες φορές κοιτούσε αφηρημένος τον ουρανό, αισθανόταν ένα βάρος στο στήθος, αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει το πως και τα γιατί.

Παρασκευή, Μάϊος 09, 2008

Λάιτερ

Το πρωί της Τετάρτης, κατά τις 11παρά, καθώς καθόταν στο παγκάκι και κάπνιζε ένα νωχελικό κάμελ και ονειρευόταν πως τρέχει επιτέλους στη μέση του δρόμου για να εκφράσει έστω για μία και μοναδική φορά την αγάπη του, το βλέμμα του έπεσε σε μία καφέ γάτα που λιμάριζε τα νύχια της σε ένα μικρό δέντρο. Είχε τόσο αφεθεί στις σκέψεις του που δεν πήρε καθόλου χαμπάρι έναν γέρο με μια μαγκούρα που κάθισε δίπλα του. «Μου δίνεις και μένα ένα τσιγάρο;», τον ρώτησε. «Nαι, βέβαια», απάντησε και έστρεψε αμέσως το βλέμμα του, γιατί το τελευταίο πράγμα που ήθελε τώρα ήταν να του πιάσει κουβέντα ο γέρος. Σηκώθηκε να φύγει, όταν ο μαγκουροφόρος τού μαρτύρησε τα χτεσινά γεγονότα. «Οι άλλοι νομίζουν ότι καπνίζεις κάτι άλλο. Ψάξαν τις τσέπες σου και βρήκαν το μπαλόνι. Το καβάτζωσε ο Ευσέβιος. Το έβαλε μέσα στο συρτάρι του. Μην το αφήσεις εκεί. Να το πάρεις γιατί το χρειάζεσαι. Και κοίτα να λάβεις δραστικά μέτρα». Ο *****, που είχε ήδη περπατήσει καμιά εικοσαριά βήματα προς την έξοδο του πάρκου, κοντοστάθηκε έκπληκτος και θέλοντας να διευκρινίσει τι εννοούσε ο γέρος, κοίταξε προς το παγκακι, αλλά το μόνο που είδε ήταν μια καφέ γάτα να γλείφει την κωλοτρυπίδα της.

Δεν μπορούσε να ξετυλίξει το κουβάρι. Ποιος ήταν αυτός ο γέρος; Τι ήθελε; Πώς ήξερε για το κόκκινο μπαλόνι; Αλλά και οι συνάδερφοί του; Εντάξει, τους είχε για κουτσομπόληδες, αλλά δεν περίμενε να φτάσουν στο σημείο να ψάχνουν τις τσέπες του. Έψαξε τις τσέπες του. Το μπαλόνι δεν ήταν εκεί. Ναι, ο γέρος έλεγε την αλήθεια. Άρχισε να ιδρώνει. Τι θα κάνω χωρίς το μπαλόνι; Δεν μπορώ χωρίς αυτό. Τι θα μου συμβεί τώρα που δεν έχω το μπαλόνι; Με το μπαλόνι την πάλευα, όλα ήταν καλύτερα, τώρα τι θα κάνω; Περπάτησε τρεκλίζοντας μέχρι την άκρη του πάρκου. Άγγιξε μία κολόνα. Ζαλιζόταν. Νομίζω θα λιποθυμήσω, πρόλαβε να ψιθυρίσει. Πριν γίνουν όλα λίγο πιο σκοτεινά, μόνο μία ερώτηση έμοιαζε πιο βασανιστική από όλες τις άλλες. Πώς εξαφανίστηκε ο γέρος;

(Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε συμβεί κάτι ανεξήγητο. Ο γέρος δεν εξαφανίστηκε έτσι στα ξαφνικά. Απλώς, όταν ο ***** κοντοστάθηκε αρκετά δευτερόλεπτα με την πλάτη προς τον ηλικιωμένο, ο τελευταίος βαρέθηκε να περιμένει και απομακρύνθηκε με αργά βήματα από το πάρκο. Όταν ο ***** γύρισε προς το παγκάκι, είχαν ήδη περάσει έξι λεπτά και ο ηλικιωμένος ήταν ήδη στον άλλο κόσμο, αφού στην προσπάθειά του να περάσει με τα πόδια το δρόμο απέναντι, παρασύρθηκε από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και το σχεδόν νεκρό σώμα του εκτινάχθηκε στο μπαλκόνι ενός διαμερίσματος, που βρισκόταν στο δεύτερο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας, όπου και προσγειώθηκε δίπλα από έναν κουβά με νερά, εντελώς νεκρό τώρα. Η ένοικος δεν άκουσε τον γδούπο, γιατί είχε βάλει στη διαπασών το ραδιόφωνο για να απολαύσει το αγαπημένο της τραγούδι, οι στίχοι του οποίου προμήνυαν ταξίδια στη Χαβάη. Αλλά και οι πεζοί δεν κατάλαβαν επακριβώς τι συνέβη, γιατί ήταν απορροφημένοι στους κόσμους τους, ενώ ένα οχτάχρονο παιδί που είχε δει τον γέρο να εξαφανίζεται δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε πειστεί ότι ο ηλικιωμένος είναι ο Γκάνταλφ από τον «Άρχοντα των δαχτυλιδιών» και, όντας μάγος με φοβερές ιδιότητες, μπορούσε να εξαφανίζεται και να εμφανίζεται όποτε ο ίδιος το θέλει και το ποθεί. Μόνο όταν τελείωσε το άσμα στο ραδιόφωνο βρήκε η ένοικος τη σορό του στο μπαλκόνι και έβαλε κάτι τσιρίδες που έφτασαν με καθυστέρηση μέχρι τη διπλανή οδό, αλλά τότε ο ***** βρισκόταν σε μία παράξενη κατάσταση ύπνου-ξύπνιου, εδώ-εκεί νιρβάνα-μη νιρβάνα και δεν άκουσε τα ουρλιαχτά, αν και δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα τα άκουγε, μιας και εκείνη την ώρα ένα θορυβώδες ασθενοφόρο και τρία περιπολικά που κυνηγούσαν δώδεκα δραπέτες αύξαιναν το βουητό της πόλης. Τα ηχητικά κύματα που προέρχονταν από τον λάρυγγα της ενοίκου μπερδεύονταν με τις κόρνες, αφομοιώνονταν στη βοή, επέστρεφαν πίσω στο μπαλκόνι και συνειδητοποιώντας ότι οι τσιρίδες της δεν ακούγονται καθόλου, έβαλε ακόμη περισσότερη δύναμη. Σταμάτησε να ουρλιάζει, μόνο όταν είδε κάποιους διαβάτες να κοιτούν έντρομοι προς το μέρος της. Κοίταξε αποκαμωμένη την κουζίνα της και βλέποντας τα ποτήρια και τα πιάτα να ‘χουν γίνει σκόνη και θρύψαλα, βεβαιώθηκε για την κακή επιλογή της να δουλεύει ως αποκλειστική νοσοκόμα τα βράδια, ενώ κανονικά και με το νόμο θα μπορούσε να έχει γίνει μία ντίβα της όπερας, μία μέτζο σοπράνο, έστω μία σοπράνο κολορατούρα βρε αδερφέ.)

Πίσω στην κολόνα, ο ***** δεν είχε λιποθυμήσει. Είχε τις αισθήσεις του, αλλά δεν μπορούσε να περπατήσει. Αποφάσισε να κάνει ένα βήμα, αλλά αυτό ήταν δύσκολο: είχε την εντύπωση ότι σηκώνει στους ώμους του όλο το βάρος αυτού του κόσμου. Γι αυτό και παρέμενε ακίνητος, με το βλέμμα του στραμμένο στις πλάκες του διπλανού πεζοδρομίου.

Τρίτη, Μάϊος 06, 2008

Λάιτ

Από κείνη τη μαύρη μέρα που ο Βησσαρίων απαγόρευσε διά ροπάλου το κάπνισμα μέσα στα γραφεία, ο ***** συνήθιζε να πηγαίνει στο πάρκο απέναντι, να κάθεται στο παγκάκι και να καπνίζει ένα κάμελ άφιλτρο. Αυτό γινόταν στο χρονικό διάστημα από τις 10:30 μέχρι τις 11παρά, οπότε και έληγε το διάλειμμα. Στην αρχή τον ακολουθούσαν και άλλοι χαρμάνες, ειδικά εκείνη η ξανθιά που ήταν τσιμπημένη μαζί του, αλλά από τότε που βρήκε κάποιον άλλο να την τσιμπάει ανάμεσα στα πόδια, εκείνη έπαψε τα πολλά πάρε-δώσε μαζί του, ενώ κάποιοι καπνιστές συνάδερφοί του αποφάσισαν να το κόψουν μαχαίρι, όχι μόνο επειδή κατάλαβαν ότι το κάπνισμα είναι βλαβερό για τις τσέπες τους, αλλά και επειδή συνειδητοποίησαν ότι με το να καπνίζουν δείχνουν αδυναμία χαρακτήρα και πέφτουν στα μάτια του διευθυντή, ο οποίος έγινε φανατικός αντικαπνιστής μετά το τριπλό μπαιπάς του περασμένου Οκτώβρη. Μοιραία, ο ***** έμεινε μόνος να πηγαινοέρχεται μέχρι το πάρκο και να χαζεύει τους περαστικούς και τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Και κάθε φορά που τον έβλεπε ο Βησσαρίων τού έριχνε ένα άγριο βλέμμα και αυτός προσευχόταν να τον διώξει από την εταιρεία, γιατί αυτή τη δουλειά δεν την αγαπούσε, αλλά ο διευθυντής γνωρίζοντας ότι ο ***** είναι ο πιο αποδοτικός υπάλληλος δεν τον έδιωχνε, παρά μόνο τον ειρωνευόταν και ο ***** έσκυβε το κεφάλι και κατευθυνόταν προς το γραφείο του. Μπορεί να πίστευε μέσα του ότι τού άξιζε κάτι καλύτερο, αλλά άνθρωπος του ρίσκου δεν ήταν και δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ. Τουλάχιστον σ’ αυτή τη ζωή.

Μόνο μια μέρα που έβρεχε καρεκλοπόδαρα αποφάσισε να ρισκάρει. Μπήκε στην τουαλέτα, άναψε στα γρήγορα το τσιγάρο, αλλά πριν καν προλάβει να ρουφήξει τρεις τζούρες άνοιξαν οι βρύσες του ουρανού. Τότε μόνο κατάλαβε ότι οι αισθητήρες δεν είναι μια κάποια εικαστική παρέμβαση αλλά ένα διαολεμένο μηχάνημα που μπορεί να σε κάνει λούτσα. Τη στιγμή που σκεφτόταν πως αν είχε αποφασίσει να περπατήσει μέχρι το πάρκο σίγουρα δε θα γινόταν μούσκεμα ως το κόκαλο, μπήκε ένας συνάδερφος και ξεράθηκε στα γέλια. Υπέμεινε την καζούρα στωϊκά και πιάνοντας έναν κουβά και μια σφουγγαρίστρα άρχισε να τακτοποιεί το χαμό. Ευτυχώς εκείνη τη μέρα έλειπε ο Βησσαρίων και έτσι αποφεύχθηκαν τα χειρότερα. Το πάθημα του δεν έφτασε ποτέ στα αυτιά του διευθυντή, αφού οι υφιστάμενοι είχαν αναπτύξει μεταξύ τους έναν κώδικα αλληλεγγύης, μία ομερτά του τύπου «οκ, δε θα πω τίποτα στο διευθυντή, αλλά και συ μη πεις στην γραμματέα του ότι πηδάω την Αννούλα» και «οκ, δε θα πω τίποτα στο διευθυντή, αλλά μην πεις στον Τάσο ότι πηδιέμαι και με τον διευθυντή». Έκτοτε ο ***** βρέξει χιονίσει πήγαινε στο πάρκο και κάπνιζε απερίσπαστος. Και χανόταν.

Ήταν ένα παράξενο πράγμα. Κάθε φορά που το άναβε και ένοιωθε τον καπνό να τονώνει τα πνευμόνια του, βυθιζόταν στις ίδιες σκέψεις. Στις ίδιες σκέψεις που έκανε και χτες και προχτές και την προηγούμενη βδομάδα και τον προηγούμενο μήνα και τον προηγούμενο χρόνο. Και έκανε έναν πρόχειρο απολογισμό της ζωής του. Στα μέσα του τσιγάρου, σκεφτόταν ότι το καλύτερο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Όσοι τον κοίταζαν, έβλεπαν μπροστά τους ένα τελειωμένο πρεζόνι, ένα ζόμπι, έναν ζωντανό νεκρό που απλώς τυχαίνει να φοράει ένα καλό κουστούμι. Και στις τελευταίες τζούρες κάτι γινόταν και ο ***** αποκτούσε το χρώμα του και το χαμόγελό του, γιατί οι κακές οι σκέψεις ως εκ του θαύματος εξαφανίζονταν. Στην τελευταία τζούρα έπειθε τον εαυτό του ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα γιατί πίστευε ότι χειρότερα δε θα μπορούσαν να γίνουν. Τότε καρφωνόταν στο μυαλό του μια παλιά βιωμένη εικόνα. Αυτός σε ηλικία 4-5 ετών να περπατά στην παραλία κρατώντας ένα κόκκινο μπαλόνι. Να το αφήνει. Εκείνο να φτάνει ψηλά, να αγγίζει τον ουρανό και να εξαφανίζεται. Και μετά να ονειρεύεται πως όταν κάποτε μεγαλώσει θα φτάσει και ο ίδιος τον ουρανό. Αυτή η αίσθηση ότι κάποτε θα πετάξει, τον γέμιζε αγάπη για όλον τον κόσμο. Ήταν εκείνη η στιγμή που ήθελε να αγκαλιάσει τους περαστικούς και να τους φιλήσει. Να τρέξει στη μέση του δρόμου, να ανεβεί σ΄ένα αυτοκίνητο και να αρχίσει να ουρλιάζει «αγαπώ τη ζωή μου, αγαπώ την πόλη μου, αγαπώ τη δουλειά μου, αγαπώ όλον τον κόσμο».

Στο γραφείο επέστρεφε άλλος άνθρωπος. Ανανεωμένος. Ελαφρύς. Πιο ελαφρύς και από ένα κόκκινο μπαλόνι. Όταν τον έβλεπαν οι συνάδερφοι τόσο χαρούμενο, υποψιάζονταν ότι ο ***** μάλλον δεν καπνίζει κάμελ άφιλτρο, αλλά κάτι άλλο. Έψαξαν μια μέρα στις τσέπες του, αλλά το μόνο που βρήκαν ήταν το πακέτο με τα κάμελ. Και ένα κόκκινο μπαλόνι.