Σάββατο, Απρίλιος 26, 2008

"/Συγκέντρωση μετοίκων"

Βλέποντάς το από μακριά μοιάζει με αναποδογυρισμένο πλοίο μέσα σε μια πράσινη θάλασσα. Το πρώτο άρωμα είναι αυτό του ασβέστη, με τον οποίο οι νοικοκυρές έβαψαν προχτές το μεσημέρι τα πλατύσκαλα. Τα ανθάκια έχουν ξαναγεννηθεί και η φύση νομίζεις ότι μουρμουράει το «ω γλυκύ μου έαρ». Βλέπεις και τις γνωστές φάτσες, όλοι οι συνήθεις ύποπτοι είναι εδώ. Ο Σόζε λείπει, αύριο όμως θα φτάσει κι αυτός με το νέο άουντι και την απαραίτητη ξανθιά. Σαν να έχουν αλλάξει όλα, σαν να έχουν μείνει όλα ίδια, λίγη σημασία έχει αυτό. Από κάποια αυλή ακούγονται δυο τρία πιτσιρίκια που τραγουδούν το «σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα». Κίνηση. Ετοιμασίες για τη γιορτή του περάσματος. Των αστών στην ύπαιθρο, για θρησκευτικό ούτε λόγος. Τον τουρισμό ουδείς εμίσησε. Κυρίως τα παρελκόμενά του. Το βράδυ σε καλούν τα αηδόνια στα ρέματα να γιορτάσεις μια νέα εαρινή περίοδο. Το πρωί σε ξυπνούν τα ύστερα βελάσματα των δύσμοιρων μηρυκαστικών, μιας και ο γείτονας οφείλει να μεριμνήσει για το κυριακάτικο τραπέζι. Εκδρομές μέσα στα οργιώδη τοπία με τα χαλάσματα και τις γειτονιές φαντάσματα. Ξεκούραση στην ταβέρνα και αμπελοφιλοσοφίες που τελειωμό δεν παίρνουν. Το απόγευμα Επιτάφιος και περιφορά μέχρι την άκρη του χωριού, μέχρι το σύνορό του με το επόμενο, όλα κι όλα, το άβατο υφίσταται. Μέσα στην κατάνυξη και στο «ζωή εν τάφω» και στο «αι γενεαί αι πάσαι» ακούς και κάτι καλόβολα σχόλια από την κάτω ενορίτισσα για τον δικό της επιτάφιο που είναι ομορφότερος από τον από πάνω. Οι ιερείς ασπάζονται, αρχίζει ο δρόμος της επιστροφής, οι πιστοί με τα κεριά ανά χείρας δημιουργούν έναν πύρινο ποταμό. Κατάκοπος κάθεσαι την ταβέρνα και τρως στα κρυφά και από καμιά μπριζόλα, αφού τον θάψανε εντάξει, ο νεκρός με τους νεκρούς. Και περνάνε οι ώρες και πλησιάζει η Ανάσταση και βλέπεις κάτι παιδάκια να σκάνε δυναμιτάκια, παντού λαμψεις και εκρήξεις και ξεχνάς να δώσεις το φιλί της αγάπης, αλλά δεν τρέχει και τίποτα, όλα θεατρικά και τελετουργικά είναι, σ’ αγαπάω και σε μισώ μέρα παρά μέρα. Η μαγειρίτσα νόστιμη, τα τζιέρια σε αηδιάζουν, αλλά κάποια έθιμα οφείλει να τα τιμάς. Την επόμενη μέρα θα φάς καλά. Σαν λιμασμένος, λες και ήσουν καθαρός για 40 μέρες.
Θα φύγω και θα ξανάρθω.
Έχοντας εφοδιαστεί με όμορφες εικόνες για να έχουμε να λέμε.

Τρίτη, Απρίλιος 22, 2008

2+2=5

Serial Number

Το τελευταίο διάστημα δεν μπορώ να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου.
Αλήθεια λέω. Όλα είναι μπερδεμένα. Λες και κινούνται όλα πολύ αργά και γω πάω πιο γρήγορα. Ή το αντίστροφο.
Αρχίζω να θέλω να νιώθω να αισθάνομαι ότι μέσα εδώ βάλω αληθινά γεγονότα περιστατικά και φοβάμαι ότι γίνει θα πιο προσωπικό και με φοβίζει κάτι σαν ριάλιτι καταλήξει και ίσως εκτεθειμμένος πιο πολύ έχτισα τείχος γκρεμίσω θέλω αλλά προβλήματα διαβλέπω απαισιόδοξος κακά ξεμπερδέματα όχι ντρέπομαι ότι αλλά δω άμα εμένα αλήθεια τρομάξω ίσως μολονότι δε άδερς γνωρίζουν καλύτερα εμένα από μένα αν πραγματικά γεγονότα γράψω αποστασιοποιημένος μπορώ να είμαι δεν πλεονέκτημα χρόνου λεύτερου αυτά είναι έτρεχα παλαβός σαν σκεφτόμουν αυτά δεν αν και ελαφρυντικό αυτό είναι γιατί σίγουρα τα θα σκεφτόμουν πάλι εθισμός είτε αρρώστια αυτοαναφορικότητα είτε μπελάς κακός ηύρε με δω να πώς ξεμπερδέψω θα υπαρξιακοανυπαρξιακά πιάσαν με μέρες καλές έρχονται για σκέφτομαι και γραφω αυτά ξέρω δεν ίδια τα ίδια και τα για τσάντρες και ολ τα χιούμαν μπίινγκς που ξέρνε τι θέλνε και δεν το χνε και σιγά μητοβρούνε, αυτογνωσίας χίμαιρα δηλαδή, γάμησέ τα και καλύτερα άφησέ τα, perasei 8a persitaidiaelegape8aineiteleutaiaomws amen

Δευτέρα, Απρίλιος 21, 2008

To σύνθημα

Κοίταξε να δει μήπως περνούσε κανείς. Ψυχή ζώσα. Έβγαλε το μαύρο σπρέι από το σακάκι του. Άγγιξε τον τοίχο. Έγραψε κάτι στα βιαστικά. Όρεξη είχε να τον βρει κανά μπάτσος και να τον τρέχει στα τμήματα. Και τι εξηγήσεις να δώσει, και τι να πει; Χάζευε το δημιούργημά του. Ήταν βέβαιος ότι όλο και κάποιος θα του έριχνε από καμιά ματιά. Αυτός ο κάποιος μπορεί και να το φωτογράφιζε, μπορεί και να το χάζευε για μισή ώρα, μπορεί και να συμφωνούσε με το νόημά του, μπορεί και να σκεφτόταν ότι αυτός που έγραψε το σύνθημα είναι ένα καμένο πρεζόνι ή ένας μικροαστός, που εξαπάτησε τις τύψεις του και αμέσως μετά ξεράθηκε στον ύπνο. Λίγο πριν φύγει, σκέφτηκε ότι όλο και κάποιος εντολοδόχος θα ξαναέβαφε τον τοίχο. Τα μαύρα γράμματα ήταν καταδικασμένα να καλυφθούν κάτω από πολλές πινελιές άσπρης μπογιάς. Η τελευταία σκέψη τον έκανε να τρέμει από τα νεύρα. Γι αυτό το μόνο που όφειλε να κάνει ήταν να μουτζουρώσει το δημιούργημά του. Έκτοτε άλλαξαν πολλά. Η μουτζούρα όμως έχει μείνει ίδια. Κοσμεί ακόμη εκείνο τον άσπρο τοίχο.

Τρίτη, Απρίλιος 15, 2008

Ο άσπρος ελέφαντας και το ναρκοπέδιο

Ονειρεύτηκα πως ένας γνωστός ιστολόγος άφησε ένα εγκωμιαστικό σχόλιο στο μπλογκ μου και εγώ του απάντησα «άντε και γαμήσου» ή «σάλτα και γαμήσου» ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Ανάμεσα: δεν ξεχνώ- η έννοια του «ελευσομένου» σύμφωνα με τον Ντεριντά- ο Φουκώ και η «Ιστορία της τρέλας»- Τζούλια Αλεξανδράτου for President- Αλέξης και Περιστέρα- το επίμονο κολεόπτερο- τα μονοκοτυλήδονα-hot pussies- ρομαντικές στιγμές- Hillary trava pline kana piato mwrh xamoura- καρκινοβατώντας- τα trolls δεν είναι χορτοφάγα- δώσε και σε μένα μπάρμπα- ο Γιώργος Μαργαρίτης λάηβ στα “astra” στις 30 Απριλίου- το μηχάνημα για τον καφέ μού ‘φαγε ένα εικοσάλεπτο- οικοδομικός οργασμός- η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής- ψευτοδιλήμματα και εθνικοπαραφροσύνες- θέλω να ταξιδέψω, θέλω να ταξιδέψω- Radiohead και ξερό ψωμί- η γριά που καθάριζε τη μασέλα της μέσα στο λεωφορείο- φυσήξτε να φύγει το σύννεφο- έγινε η βροχή χαλάζι

Ονειρεύτηκα πως μου τηλεφώνησε η Πουλχερία και με ξέχεσε κανονικά, γιατί χτες, μόλις χτες, κατάλαβε ότι η σχέση μας ήταν ένα μεγάλο λάθος. Στο τέλος αμόλησε και κάτι ωραία περί ιστολογικής αυτοερωτικής ασφυξίας. Ξύπνησα και έβαλα να παίξουν οι «μνήμες του νερού», αυτό από τα Κρίνα δηλαδή, "τώρα που της ζωής το σούρουπο πλησιάζει/σε μια σπηλιά που να θυμίζει το κορμί της/θα αποσυρθώ και θ' αγαπήσω το σκοτάδι"

Δευτέρα, Απρίλιος 14, 2008

Διακοπή ρεύματος

«Μας κόψαν απόψε το φως, να τους έχει καλά ο Θεός». Αυτό σιγοτραγουδούσα όταν το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Βλέπαμε μια ηλίθια εκπομπή -αν και για να είμαι ειλικρινής μάλλον εμείς ήμασταν οι ηλίθιοι που χαζεύαμε αυτό το τηλεσκουπίδι χαχανίζοντας με τα ρεζιλίκια των άλλων αντί να γελάμε με τη δική μας κατάντια- όταν ξαφνικά γίναν όλα μαύρα. Ευτυχώς είχα πρόχειρη μια λάμπα πετρελαίου, που τη φύλαγα σαν κόρη οφθαλμού δίπλα από την τηλεόραση σε περίπτωση που κάποιος αποφάσιζε να ξανακαταβάσει στα καλά καθούμενα τους διακόπτες στα κεντρικά. Την έπιασα με προσοχή, αφαίρεσα το γυαλί, άναψα το φυτίλι και ένα αδύναμο πορτοκαλί χρώμα κυριάρχησε στο δωμάτιο. Κουτουλώντας στους καναπέδες και παίρνοντας σβάρνα το τραπεζάκι του σαλονιού έφτασα στην κουζίνα, έψαξα τον φακό, τον πήρα στα χέρια μου, τον άναψα και κατευθύνθηκα προς το σαλόνι για να πιάσω τη κουβέντα με τους φίλους μου, που όλο αυτό το διάστημα, από τη διακοπή του ρεύματος και εντεύθεν, δε βγάζαν άχνα. Έριξα το φως του φακού στον καναπέ, αλλά αυτοί είχαν γίνει καπνός. «Ρε τα καθάρματα», λέω, «πώς έφυγαν χωρίς να τους πάρω πρέφα; Και να φύγουν χωρίς να πουν εστω ένα καληνύχτα; Βρε τα γαϊδόυρια!».
Μην έχοντας τι να κάνω έμεινα να χαζεύω τη λάμπα πετρελαίου. Κάποτε θεωρούνταν μια σημαντική εφεύρεση, κάποτε φώτιζε τα δωμάτια όλου του κόσμου και σήμερα κατέληξε να χρησιμοποιείται μόνο σαν διακοσμητικό στοιχείο. Και εκεί που λες ότι όντως είναι μια ωραία εικαστική παρέμβαση, κόβεται ξαφνικά το ρεύμα και αποκτά τη χαμένη της αξία. Σηκώθηκα και την έσβησα. Θέλει να ξεκουραστεί, λέω. Και το πετρέλαιο είναι ακριβό πλέον. Και το δωμάτιο βρωμοκοπάει. Και θα αρχίσω σε λίγο να μαστουρώνω. Και γω δεν είμαι για τέτοια.
Ας προσπαθήσω να μείνω νηφάλιος, ψελλίζω. Έτσι και αλλιώς, το σκοτάδι με ηρεμεί. Μπορώ να το αντέξω. Χίλιες φορές να κολυμπώ στο έρεβος, παρά να λούζομαι στο δυνατό φως.
Το μόνο που έκανα τα επόμενα τρία ή δεκατρία λεπτά ήταν να αναβοσβήνω το φακό. Έβαζα μπροστά από το φακό κάποια αντικείμενα, αυτά φωτίζονταν και έλαμπαν παράξενα. Κάποια φωσφόριζαν έντονα, κάποια φάνταζαν τρομαχτικά, ενώ μερικά άλλα έμοιαζαν να ζωντανεύουν, κάτι που με έκανε να θυμηθώ όλες εκείνες τις θεωρίες περί ανιμισμού. Μετά, έπιανα το φακό, τον άναβα, τον τοποθετούσα κάτω από την παλάμη μου και το δωμάτιο βαφόταν κόκκινο. Αφού βαρέθηκα όλες αυτές τις ενασχολήσεις, τον έσβησα εντελώς και προσπαθούσα να δω μέσα στο σκοτάδι. Τσάμπα κόπος, δεν έβλεπα τίποτα.
Λίγο αργότερα είχα τη φαεινή ιδέα να υποβάλω τον εαυτό μου σε ένα τεστ παρατηρητικότητας και μνήμης. Προσπαθούσα να θυμηθώ πού έχω αφήσει το ποτήρι μου. Φώτιζα με το φακό προς το υποτιθέμενο σημείο, προς το μέρος που πίστευα ότι βρισκόταν το ποτήρι, αλλά αυτό ήταν αλλού. Το ίδιο η λάμπα πετρελαίου, αυτή ήταν κάπου αλλού. Το ίδιο και η φρουτιέρα. Το ίδιο και ένα κάδρο. Το ίδιο και η τηλεόραση. Το ίδιο και η πόρτα.
Εκείνη την ώρα που άρχισα να τρομάζω και να θέλω να ουρλιάξω «πού στο διάλο βρίσκομαι;», εκείνο το κρίσιμο λεπτό που αναδυόταν από μέσα μου η απορία, εκείνο το κρίσιμο δευτερόλεπτο που τα μάτια μου διαστέλλονταν από πανικό, εκείνο το κρίσιμο κλάσμα του δευτερολέπτου που κάτι με έπνιγε, ήρθε το φως.
Και τότε όλα ήταν όπως πρώτα. Οι φίλοι μου κάθονταν στον καναπέ, η τηλεόραση έπαιζε την χαζοεκπομπή, η λάμπα πετρελαίου παρέμενε στη θέση της, όπως και η πόρτα. Όλα ήταν όπως πρώτα.
Μόνο που υπήρχε μια βασική διαφορά τώρα. Τώρα τα έβλεπα όλα με διαφορετικό τρόπο, με άλλο μάτι. Τώρα έβλεπα και τα λέηζερ και τα οπτικά εξαρτήματα και το πραγματικό βάθος των αντικειμένων και των προσώπων.

Γιατί μπορούσα πλέον να διακρίνω καθαρά τα οπτικά ολογράμματα.

Σάββατο, Απρίλιος 12, 2008

Hurlyburly

Το Σαββατο δεν έχω όρεξη να ανεβάσω τίποτα, γιατί έχω την εντύπωση ότι θα διαβαστεί μονο από μένα, άντε και από την Κούλα την καφετζού, που ανακάλυψε πρόσφατα τον θαυμαστό κόσμο του ιντερνέτ και το παρόν μπλογκ. Τον υπολογιστή τον αγόρασε πρόσφατα για να περνά πιο ευχάριστα όλες εκείνες τις ατέλειωτες ώρες που βρίσκεται στο μαγαζί βαρώντας μύγες, συχνότερα, και φραπέδες, σπανιότερα.
Το Σάββατο πονάω. Όλη η συσσωρευμένη κακή ενέργεια της βδομάδας ξεσπάει πάνω στον αριστερό κρόταφο, μεταφέρεται στην παρεγκεφαλίτιδα και μέσα απο κάτι νευρώνες διαχέεται σε όλο μου το κεφάλι.
Το Σαββατο είμαι ντεφορμέ. Οι ιδέες στερεύουν, σαν εκείνη την προπολεμική κρήνη πάνω από το σχολείο, δίπλα από τα υπεραιωνόβια κυπαρίσσια, εκεί δηλαδή που βρήκαν προχτές τις χειροβομβίδες από τον βήτα παγκόσμιο πόλεμο.
Το Σάββατο δεν ανοίγω τον υπολογιστή. Το πρωί κάθομαι στον κήπο και χαζεύω τα δέντρα που ανθίζουν. Τα βράδια κάθομαι στον κήπο και ακούω τα αηδόνια που συνεχίζουν τα άσματά τους μέχρι το πρωί.
Το Σαββατο ο καφές μου είναι πάντα πικρός.
Το Σάββατο το φαγητό μου είναι πάντα κακομαγειρεμένο.
Το Σαββατο είμαι διαολεμένα άδειος ολωσδιόλου.
Το Σάββατο σε θυμάμαι και γελάω. Καμιά φορά, σε θυμάμαι και κλαίω.
Το Σαββατο τα σκεπάσματα είναι συνήθως πιο βαριά. Συμπάσχουν.
Το Σάββατο δε λειτουργεί το κλιματιστικό γιατί ο καπνός του δωματίου κάνει ό,τι μπορεί για να καταστρέψει τον μηχανισμό του.
Το Σαββατο μόνο μία ηλιαχτίδα περνάει μέσα από τα κλειστά παράθυρα, μια ηλιαχτίδα ικανή να φωτίσει τα δισεκατομμύρια μόρια της σκόνης που κοσμούν το εσωτερικό του σπιτιού μου
Το Σάββατο είναι μέρα περισυλλογής. Σκέφτομαι πολύ, τόσο πολύ που πελαγοδρομώ με αποτέλεσμα να μην μπορώ να θυμηθώ τι έχω σκεφτεί.
Το Σάββατο βραχυκυκλώνω και βραχυκυκλώνομαι.
Το Σαββατο δε μιλάω πολύ, γιατί με ενοχλεί ο ήχος της φωνής μου.
Το Σάββατο κλείνω το κινητό και βγάζω από την πρίζα το σταθερό, γιατί με ενοχλεί ο ήχος της φωνής τους.
Το Σαββατο συνηθίζω να παίρνω το πρώτο τρένο ή το τελευταίο πλοίο και να επιστρέφω στον τόπο του εγκλήματος.
Το Σάββατο το πρόσωπό μου είναι πάντα ωχρό.
Το Σάββατο μεθώ, χάνω τον έλεγχο και σπάω βιτρίνες. Τις δικές μου.
Το Σαββατο αγαπάω πιο πολύ τη ζωή μου.
Το Σάββανο μισώ πιο πολύ τη ζωή μου.
Το Σαββανο μου αρέσει να τρώω τις σάρκες μου.
Το Σάββανο αρπάζω ένα τσεκούρι: πρώτα ακρωτηριάζω τα πόδια μου, μετά ξεριζώνω το αριστερό μου χέρι και με το δεξί χτυπώ το στήθος μου.
Το Σαββανο ο βυθός μου είναι πάντα κόκκινος.

Γι αυτό και δεν έχω ανεβάσει και ούτε πρόκειται να ανεβάσω ποτέ ποστ το Σάββατο.

Πέμπτη, Απρίλιος 10, 2008

Θανάσιμες παγίδες

Όταν ήμουν μικρός, είχα πειστεί ότι οι περισσότερες πλάκες των πεζοδρομίων ήταν τόσο κακοφτιαγμένες που αν πατούσα πάνω σε αυτές θα γλιστρούσα και θα κατέληγα φαρδύς πλατύς στο δάπεδο είτε με ένα απλό στραμπούληγμα είτε με σπασμένο αστράγαλο. Γι αυτό, κάθε φορά που έβγαινα στο δρόμο, φρόντιζα να περπατώ με χαμηλομένο το κεφάλι για να τσεκάρω τις υποτιθέμενες παγίδες θανάτου. Όμως αυτό δημιουργούσε πολλά προβλήματα. Περπατώντας σκυφτός, έπεφτα πάνω σε πεζούς που ερχόταν προς το μέρος μου, κάτι που οδηγούσε στο να εισπράττω παράξενα βλέμματα και φράσεις όπως «στραβός είσαι ρε;». Αυτό συνεχίστηκε μέχρι την εποχή που ένα δελτίο ειδήσεων αφιέρωσε ένα ολόκληρο μισάωρο σε εκείνη την ηθοποιό που, πατώντας πάνω σε μια ελαττωματική πλάκα, κατέληξε η δύστυχη στο νοσοκομείο. Αυτό κάπως με ησύχασε. «Δεν είσαι ο μόνος, δεν είσαι ο μόνος, τα πεζοδρόμια είναι επικίνδυνα», σκεφτόμουν και συνέχισα να βαδίζω, αν και όχι πολύ σκυφτός. Εκμυστηρεύτηκα σε κάποιους φίλους τους φόβους μου για τις παγίδες που κρύβουν τα πεζοδρόμια και αυτοί γελούσαν για πολλή ώρα εις βάρους μου.

Αυτό το ρεζιλίκι με βοήθησε να καταλάβω ότι όντως ήμουν υπερβολικός.
Έκτοτε, περπατούσα έχοντας κάπως ψηλά το κεφάλι.
Μέχρι την προηγούμενη Δευτέρα.

Τρίτη, Απρίλιος 08, 2008

Μαθήματα οδήγησης

Είναι πολύ συνηθισμένο. Εκεί που κάθεσαι και χαζεύεις, ας πούμε, το μαιντφάκινγκ Λοστ, τις νερόβραστες τηλεφωνικές φάρσες του μοχθηρού Αρναούτογλου και τις χαριτωμένες αντεγκλήσεις του έχω-σώας-τας-φρένας-και-φαίνεται Βερύκιου με τον πολλά-βαρύ-και-ίσως Αυτιά, έρχεται μια αναλαμπή και ανακαλείς στη μνήμη σου γεγονότα και ανθρώπους που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει φορέβα. Έχω την τάση να διαγράφω πρόσωπα και γεγονότα με ευκολία και ίσως με χαρά. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, ξέρω όμως ότι είναι όμως πολύ συνηθισμένο και πως συμβαίνει σε όλους, ιστολόγους και μη. Καμιά φορά αποστασιοποιούμαι τόσο πολύ που αισθάνομαι ότι κάποια σκηνικά τα έχει ζήσει κάποιος άλλος, πάντως όχι εγώ και ότι συγκεκριμένα πρόσωπα τα έχει γνωρίσει κάποιος άλλος, πάντως όχι εγώ.

Σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο της ψευτοαμνησίας, όπου το σημαίνον είναι το πρίζον μπρέηκ και το σημαινόμενο η βίκυ χατζηβασιλείου, εντάσσεται και εκείνη η νταρκ περίοδος που έκανα μαθήματα οδήγησης. Ήταν οι ντούινγκ νάθινγκ ατ ολ μήνες λίγο πριν θητεύσω στα βρόμικα χαρακώματα και λίγο μετά το πέρας των σπουδών μου. Βαριόμουν του θανατά. Δεν είχα τι να κάνω και επηρεασμένος από μια φίλη, που και αυτή έχοντας πολύ ελεύθερο χρόνο το ‘βαλε πείσμα να γίνει η θηλυκιά ραϊκόνεν, πήγα σε ένα δάσκαλο οδήγησης για να το πάρω το καταραμένο ροζ δίπλωμα. Όχι ότι ήθελα να οδηγάω, αλλά, είπαμε, βαριόμαν και τότε ήταν πιο δύσκολα τα χρόνια: μπλογκ δεν υπήρχαν, στα φόρουμς, σόρρυ φόρα, δεν έμπαινα, λοστ δεν υπήρχε, τα εξ φάιλς τα είχα δει όλα και όρεξη να διαβάσω έστω ένα βιβλίο ελληνικής λογοτεχνίας δεν υπήρχε, αφού για 4 χρόνια είχα φάει στη μάπα λογής λογής εγχειρίδια, ως επί το πλείστον συντεταγμένα με τον παπαρρηγοπούλειο εθνοκεντρισμό και το διάβασμα, ακόμη και μιας εφημερίδας, μου έφερνε αυτόματα σωματικές αντιδράσεις, όπως φλίκταινες, ημικρανίες και αναγούλες.

Εδώ μάλλον πρέπει να πω ότι με όλους τους δασκάλους μου, ακόμη και με εκείνη την αντιπαθητικιά θεολόγο που είχα στη τρίτη γυμνασίου, είχα τυπικές σχέσεις. Δε με ενοχλούσαν, δεν τους ενοχλούσα, περνούσε η ώρα μέσα στην αμοιβαία αδιαφορία. Όλα καλά. Ε, με αυτόν, Στέλιο θαρρώ τονέ λένε, είχαμε μια σχέση μίσους. Εκ πρώτης όψεως ήταν ένας συνηθισμένος δάσκαλος οδήγησης. Όπως όλοι οι άλλοι σωφεράδες, έτσι και αυτός θα με έβλεπε σαν υποψήφιο θύμα, από το οποίο θα φρόντιζε να αρπάξει πολλά λεφτά. Θα προσπαθούσε να με κάνει να αισθάνομαι μονίμως ανέτοιμο να δώσω εξετάσεις, θα με έπειθε να κάνω παραπανίσια μαθήματα, θα μου μετέδιδε ανασφάλεια, θα μου έβαζε τις φωνές κάθε φορά που θα παραβίαζα τις προτεραιότητες (εδώ καλά θα έκανε), θα σχολίαζε όλους τους έλληνες που οδηγούν σαν να είναι μεθυσμένοι και θα τσακωνόμασταν για το ποιος είναι ο καλύτερος πιλότος της φόρμουλα ένα. Μέχρι εδώ καλά. Όλα αυτά τα περίμενα. Αυτό που δεν περνούσε από το μυαλό μου ήταν πως ο κατά τα άλλα συμπαθής κυρ-Στέλιος θα ήταν ένας εθνικόφρων του κερατά, οπαδός ενός ιδεολογικού ρεύματος που μερικοί μορφωμένοι άνθρωποι αποκαλούν «λαϊκό φασισμό», οι θιασώτες του οποίου χρησιμοποιούν σαν ψωμοτύρι τις φράσεις «μόνο μια χούντα χρειάζεται ο τόπος για να πάει μροστά», «τότε με τον Παπαδόπουλο ήμασταν καλά, δεν πεινούσαμε, ενώ τώρα με το Σημίτη δεν έχουμε φράγκο», «η πατρίδα κινδυνεύει από τους μετανάστες», «οι ξένοι απεργάζονται το θάνατο του έθνους» κλπ. Ανήκε δηλαδή σε αυτούς που δεν ψήφιζαν στις εκλογες γιατί αγανακτούσαν με την κατάντια της πολιτικής ζωής («όλοι ίδιοι είναι»), αν και κόβω το κεφάλι μου ότι στις τελευταίες εκλογές θα ψήφισε λάος δαγκωτό.

«Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Αυτό το επαναλάμβανε κάθε φορά που είχε όρεξη να μου πιάσει κουβέντα. Από το πρώτο μάθημα κιόλας. Εγώ τον αγνοούσα, ούτε μιλούσα, ούτε λαλούσα. Δεν ήθελα να αντιπαρατεθώ. Ήμουν και ψαρωμένος, σεβόμουν και το ότι είχε τα υπερδιπλάσια χρόνια από μένα. Σκεφτόμουν μόνο «ωραία, τα πιάσαμε τα λεφτά μας». Όταν έβλεπε ότι δεν έχω όρεξη να καταθέσω την άποψή μου, έβαζε χαμηλά το ραδιόφωνο και άκουγε τον σταθμό της μητρόπολης της Δημητριάδος, ήταν το κληροδότημα του Χριστόδουλου στην πόλη μας, τέλος πάντων ο νεκρός δεδικαίωται, δε λέω τίποτα. Και να οι θείες λειτουργίες, και να οι ψαλμοί, και να οι ηθικοπλαστικές εκπομπές με θέματα ψευτοκοινωνικού προβληματισμού, όπως «νέοι και ναρκωτικά», «νέοι και ομοφυλοφιλία», «νέοι και εκκλησία», και να οι καταγγελίες για τους ιεχωβάδες και τους μασόνους και τους σατανιστές και άλλα μουρλά. Το θέμα είναι ότι κάποιες φορές ο δάσκαλος σιγοντάριζε τον παπά και έψελνε μέσα στο αυτοκίνητο! Ναι, ρε συ, έψελνε! Και γω, το ‘παιζα βλάκας. Ούτε μιλούσα, ούτε λαλούσα, μόνο πρόσεχα να μην πάρω κανά δυστυχή πεζό σβάρνα. Και στο τέλος του μαθήματος τα τσέπωνε τα χιλιάρικα. Κάτι έλεγα να πω περί χριστιανικής ηθικής και παγκαριών αλλά το κατάπινα. Και κάθε φορά που με αποχαιρετούσε φρόντιζε να λέει «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Έτσι κύλησαν τα πρώτα 4-5 μαθήματα. Εγώ στον κόσμο μου, ο Στέλιος στον δικό του. Με τους ψαλμούς, με τα αγγέλματα της ημέρας και με τους παπάδες του. Και ως δάσκαλος ήταν μέτριος. Δεν ενδιαφερόταν. Έλεγε πεντέξι πράγματα και φρόντιζε αμέσως να αποσύρεται στον αχό της βυζαντινής μουσικής, ξέρεις νηπαβουγαδηκεζωνη.

Ώσπου μια μέρα βρήκα τη μιλιά μου, «άνθρωπος είμαι δεν αντέχω, ξέσπασα» που τραγουδούσε στα έρλι νάιντις ο κορκολής. Είχε πάθει τρομώδες παραλήρημα. Όλα του φταίγανε. Οι αριστεροί, οι αλβανοί, οι ιεχωβάδες, οι πολιτικοί, το πολίτευμα, ο Σημίτης, όλοι και όλα, σε ένα ισοπεδωτικό κρεσέντο. Τότε ξύπνησε ο άνθρωπος μέσα μου. Όχι ο ναρίτης, ούτε ο μουλουκουκουές, ούτε ο προασπιστής της ανεξιθρησκίας και των αναφαίρετων ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο απλός άνθρωπος ξύπνησε μέσα μου. Και άρχισε να αντιπαρατίθεται. Στην αρχή με επιχειρήματα. Μετά με βρισιές. Κοινώς, γίναμε μύλος. Παραλίγο να τρακάρω, παραλίγο να πέσω σε μια κολόνα. Τότε ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι δεν έχει νόημα να συζητάς με κάποιον που έχει τις εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις με σένα. Γιατί είναι σαν να προσπαθούν να μιλήσουν δύο όντα που έρχονται από διαφορετικούς πλανήτες, σα να συζητάνε δυο τοίχοι. Συζητάνε, τρόπος του λέγειν. Γιατί όταν άρχισα να μιλάω για όλα αυτά που ο δάσκαλός θεωρούσε βδελυρά και εξοβελιστέα, εκείνος άρχισε αμέσως τους χαρακτηρισμούς: «ψευτοκουλτουριάρης», «άθεος», «αναρχοσυμμορίτης» και λοιπά. Απάντησα και γω με κάτι εξυπνάδες, όπως «επερχόμενο αλτσχάιμερ», «αναδρομικός χρυσαυγίτης» και έγινε χαμός. Ανταλλάσσαμε φιλοφρονήσεις μέχρι το τέλος του μαθήματος.

Τα επόμενα μαθήματα κύλησαν μέσα στη σιωπή. Μουγκαμάρα. Δε φρόντισα να αλλάξω δάσκαλο, δεν ξέρω γιατί, ίσως να είδα το θέμα ανθρωπολογικά. Όμως, αυτός δεν είχε πλέον όρεξη για τίποτα. Ούτε για ψαλμούς, ούτε για ρατσιστικά ξεσπάσματα. Λίγες μέρες μετά, έφτασε η μέρα των εξετάσεων. Έδωσα εξετάσεις και κόπηκα. Δεν πήρα καλά την οπισθογωνία, ήταν μια μέρα που έβρεχε, έβρεχε μονότονα και δεν είχα προσέξει καλά το πεζοδρόμιο. Ο δάσκαλος έχυσε το φαρμάκι του. «Αν πίστευες στο Θεό, θα το είχες πάρει το δίπλωμα». Τον μούτζωσα και έφυγα. Το δίπλωμα το πήρα μετά από δυο βδομάδες. Με άλλον δάσκαλο. Η αλήθεια είναι ότι η οδήγηση ποτέ δεν μου άρεσε. Όπως είπα, ξεκίνησα τα μαθήματα λόγω βαρεμάρας. Και το ροζ δίπλωμα έχει ξεμείνει έκτοτε πάνω σε ένα ράφι στη βιβλιοθήκη μου. Θέλω να πω, δεν οδηγώ. Δεν μου κάνει αίσθηση. Και είναι χαζομάρα, το ξέρω, αλλά την οδήγηση την έχω ταυτίσει με τον κυρ-Στέλιο και όσο να ναι, αυτό μου φέρνει μια γεύση στο στόμα. Στυφή γεύση. Είναι πολύ συνηθισμένο.

Κυριακή, Απρίλιος 06, 2008

O


Χρειάζομαι τη βοηθειά σου. Είναι ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.
Ο αναπνευστήρας. Κάτι έπαθε ο αναπνευστήρας.
Το οξυγόνο...Δεν είναι οξυγόνο, κάτι άλλο είναι.
Πόσος χρόνος έμεινε;
Δεν προλαβαίνω πλέον.
Είναι πολύ αργά.
Βρήκαν το καταφύγιό μου. Μπήκαν στο μπλογκ μου οι εχθροί. Είμαι εκτεθειμμένος. Έμαθαν όλες τις αδυναμίες μου. Άρχισαν να με συκοφαντούν. Με διαβάλλουν στους γνωστούς μου. Με κακολογούν στους φίλους μου. Και αυτοί οι χαζοί τους πιστεύουν. Κρύβομαι σε μια σπηλιά. Μακριά, να μη με δει κανείς.
Δε μπορώ να σβήσω τίποτα. Είμαι διάφανος. Δεν έχω να κρατήσω τίποτα για μένα. Έκανα λάθος. Τώρα είμαι άδειος. Γιατί με ξέρουν.
Δεν έκρυψα τίποτα. Μπορούν να με χτυπήσουν, είναι εύκολο να με ξεσκίσουν.
Κανείς δεν πείστηκε όταν μίλησα για περσόνες, «είσαι εσύ, είσαι εσύ, δεν υπάρχουν μάσκες να μεταμφιεστείς, είσαι εσύ, δεν μπορείς να καλυφθείς με ψευδωνυμίες, είσαι εσύ, είσαι εσύ».
Ο αναπνευστήρας. Κάτι έπαθε ο αναπνευστήρας.
Έσπασε, μπάζει νερά, όλα γίνονται πιο γκρι...
Και μετά...
Και μετά...
Και μετά, πέφτω στα πόδια σου και ζητώ από σένα να μου αφήσεις ένα σχόλιο συμπόνοιας, εκεί δίπλα από την ώρα.
Το έχω ανάγκη.

Τετάρτη, Απρίλιος 02, 2008

Λάθος άνθρωπος

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ίσως να έγιναν αργά. Δεν είμαι σίγουρος. Η θεωρία της σχετικότητας. Ο χρόνος παγώνει. Είτε αποκτά την ορμή ενός καταρράκτη.
Ήμουν ξαπλωμένος. Έβλεπα τιβί. Η πόρτα άνοιξε. Τρεις κουστουμαρισμένοι τύποι με διέταξαν να τους ακολουθήσω. Με έχωσαν σε ένα αμάξι. Μου φόρεσαν και μια κουκούλα. Για να μη δω πού με πάνε.
Κλασική περίπτωση απαγωγής. Δε μίλησα στη διαδρομή. Μόνο σκεφτόμουν τα γέλια που θα έκανα όταν θα συνειδητοποιούσαν το λάθος τους. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Άφραγκος, γαρ.
Και αν με σκότωναν; Δεν τρέχει και τίποτα. Άλλη μια παράπλευρη απώλεια. Μία από τις πολλές. Λάθος άνθρωπο είχαν αρπάξει.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Μου έβγαλαν την κουκούλα. Με οδήγησαν σε ένα κτίριο, εργοστάσιο πρέπει να ήταν, κάπου μέσα στη βιομηχανική ζώνη. Ανεβήκαμε πολλά σκαλιά. Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο. Στο γραφείο καθόταν ένας μεσήλικας. Τον είχα δει στην τηλεόραση. Κάποιος πολιτικός. Ίσως να ήταν ο αρχηγός του κράτους. Με προσφώνησε με το όνομά μου. Εγώ δε θυμόμουν το δικό του. Ενοχλήθηκε που τον αποκάλεσα Κλεάνθη. Δεν το έδειξε. Μόνο άγγιξε τον κόμπο της γραβάτας του και ήπιε μια γουλιά καφε. Με ρώτησε αν θέλω έναν διπλό εσπρέσο, τι κάνει ο παππούς μου, πώς πάει η εργασία μου και αν έπιασα τον βλάκα που έριξε φόλα στη γάτα μου. Τον κοίταξα επίμονα. Αυτός ήξερε πολλά για μένα. Εγώ δεν ήξερα τίποτα γι αυτόν. Μόνο ότι είναι υψηλά ιστάμενος κάπου.
Τον ρώτησα γιατί. Μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Ήμουν ο κατάλληλος άνθρωπος για να σώσω τον κόσμο. Επέμενα ότι έκανε λάθος. Εδώ δεν μπορώ να σώσω τον εαυτό μου, θα σώσω τον κόσμο; Εγώ δεν ήμουν ο άνθρωπος που ψάχνανε, εγώ ήμουν ο λάθος άνθρωπος. Έπρεπε, λέει, να πατήσω το κουμπί για να αποτρέψω το πυρηνικό ολοκαύτωμα. Τον κοίταξα και γέλασα. Σηκώθηκα να φύγω.
«Είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θες. Μπορείς να φύγεις. Σκέψου όμως τις συνέπειες. Δε θα μείνει τίποτα», κατέληξε.
Ξαναγέλασα.
«Είμαι ο λάθος άνθρωπος. Αλλά και ο σωστός να ήμουν, πάλι δε θα σε βοηθούσα» ούρλιαξα και άνοιξα την πόρτα.
Έμεινε να με κοιτάει έντρομος.
Κατέβηκα τα σκαλιά. Έβρεχε. Πήρα την ομπρέλα μου και πήγα στο πιο κοντινό πάρκο. Αν μου είχε πει την αλήθεια, το τελευταίο πράγμα που θα έβλεπα, θα ήταν ένα δυνατό φως.