
Είναι πολύ συνηθισμένο. Εκεί που κάθεσαι και χαζεύεις, ας πούμε, το μαιντφάκινγκ Λοστ, τις νερόβραστες τηλεφωνικές φάρσες του μοχθηρού Αρναούτογλου και τις χαριτωμένες αντεγκλήσεις του έχω-σώας-τας-φρένας-και-φαίνεται Βερύκιου με τον πολλά-βαρύ-και-ίσως Αυτιά, έρχεται μια αναλαμπή και ανακαλείς στη μνήμη σου γεγονότα και ανθρώπους που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει φορέβα. Έχω την τάση να διαγράφω πρόσωπα και γεγονότα με ευκολία και ίσως με χαρά. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, ξέρω όμως ότι είναι όμως πολύ συνηθισμένο και πως συμβαίνει σε όλους, ιστολόγους και μη. Καμιά φορά αποστασιοποιούμαι τόσο πολύ που αισθάνομαι ότι κάποια σκηνικά τα έχει ζήσει κάποιος άλλος, πάντως όχι εγώ και ότι συγκεκριμένα πρόσωπα τα έχει γνωρίσει κάποιος άλλος, πάντως όχι εγώ.
Σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο της ψευτοαμνησίας, όπου το σημαίνον είναι το πρίζον μπρέηκ και το σημαινόμενο η βίκυ χατζηβασιλείου, εντάσσεται και εκείνη η νταρκ περίοδος που έκανα μαθήματα οδήγησης. Ήταν οι ντούινγκ νάθινγκ ατ ολ μήνες λίγο πριν θητεύσω στα βρόμικα χαρακώματα και λίγο μετά το πέρας των σπουδών μου. Βαριόμουν του θανατά. Δεν είχα τι να κάνω και επηρεασμένος από μια φίλη, που και αυτή έχοντας πολύ ελεύθερο χρόνο το ‘βαλε πείσμα να γίνει η θηλυκιά ραϊκόνεν, πήγα σε ένα δάσκαλο οδήγησης για να το πάρω το καταραμένο ροζ δίπλωμα. Όχι ότι ήθελα να οδηγάω, αλλά, είπαμε, βαριόμαν και τότε ήταν πιο δύσκολα τα χρόνια: μπλογκ δεν υπήρχαν, στα φόρουμς, σόρρυ φόρα, δεν έμπαινα, λοστ δεν υπήρχε, τα εξ φάιλς τα είχα δει όλα και όρεξη να διαβάσω έστω ένα βιβλίο ελληνικής λογοτεχνίας δεν υπήρχε, αφού για 4 χρόνια είχα φάει στη μάπα λογής λογής εγχειρίδια, ως επί το πλείστον συντεταγμένα με τον παπαρρηγοπούλειο εθνοκεντρισμό και το διάβασμα, ακόμη και μιας εφημερίδας, μου έφερνε αυτόματα σωματικές αντιδράσεις, όπως φλίκταινες, ημικρανίες και αναγούλες.
Εδώ μάλλον πρέπει να πω ότι με όλους τους δασκάλους μου, ακόμη και με εκείνη την αντιπαθητικιά θεολόγο που είχα στη τρίτη γυμνασίου, είχα τυπικές σχέσεις. Δε με ενοχλούσαν, δεν τους ενοχλούσα, περνούσε η ώρα μέσα στην αμοιβαία αδιαφορία. Όλα καλά. Ε, με αυτόν, Στέλιο θαρρώ τονέ λένε, είχαμε μια σχέση μίσους. Εκ πρώτης όψεως ήταν ένας συνηθισμένος δάσκαλος οδήγησης. Όπως όλοι οι άλλοι σωφεράδες, έτσι και αυτός θα με έβλεπε σαν υποψήφιο θύμα, από το οποίο θα φρόντιζε να αρπάξει πολλά λεφτά. Θα προσπαθούσε να με κάνει να αισθάνομαι μονίμως ανέτοιμο να δώσω εξετάσεις, θα με έπειθε να κάνω παραπανίσια μαθήματα, θα μου μετέδιδε ανασφάλεια, θα μου έβαζε τις φωνές κάθε φορά που θα παραβίαζα τις προτεραιότητες (εδώ καλά θα έκανε), θα σχολίαζε όλους τους έλληνες που οδηγούν σαν να είναι μεθυσμένοι και θα τσακωνόμασταν για το ποιος είναι ο καλύτερος πιλότος της φόρμουλα ένα. Μέχρι εδώ καλά. Όλα αυτά τα περίμενα. Αυτό που δεν περνούσε από το μυαλό μου ήταν πως ο κατά τα άλλα συμπαθής κυρ-Στέλιος θα ήταν ένας εθνικόφρων του κερατά, οπαδός ενός ιδεολογικού ρεύματος που μερικοί μορφωμένοι άνθρωποι αποκαλούν «λαϊκό φασισμό», οι θιασώτες του οποίου χρησιμοποιούν σαν ψωμοτύρι τις φράσεις «μόνο μια χούντα χρειάζεται ο τόπος για να πάει μροστά», «τότε με τον Παπαδόπουλο ήμασταν καλά, δεν πεινούσαμε, ενώ τώρα με το Σημίτη δεν έχουμε φράγκο», «η πατρίδα κινδυνεύει από τους μετανάστες», «οι ξένοι απεργάζονται το θάνατο του έθνους» κλπ. Ανήκε δηλαδή σε αυτούς που δεν ψήφιζαν στις εκλογες γιατί αγανακτούσαν με την κατάντια της πολιτικής ζωής («όλοι ίδιοι είναι»), αν και κόβω το κεφάλι μου ότι στις τελευταίες εκλογές θα ψήφισε λάος δαγκωτό.
«Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Αυτό το επαναλάμβανε κάθε φορά που είχε όρεξη να μου πιάσει κουβέντα. Από το πρώτο μάθημα κιόλας. Εγώ τον αγνοούσα, ούτε μιλούσα, ούτε λαλούσα. Δεν ήθελα να αντιπαρατεθώ. Ήμουν και ψαρωμένος, σεβόμουν και το ότι είχε τα υπερδιπλάσια χρόνια από μένα. Σκεφτόμουν μόνο «ωραία, τα πιάσαμε τα λεφτά μας». Όταν έβλεπε ότι δεν έχω όρεξη να καταθέσω την άποψή μου, έβαζε χαμηλά το ραδιόφωνο και άκουγε τον σταθμό της μητρόπολης της Δημητριάδος, ήταν το κληροδότημα του Χριστόδουλου στην πόλη μας, τέλος πάντων ο νεκρός δεδικαίωται, δε λέω τίποτα. Και να οι θείες λειτουργίες, και να οι ψαλμοί, και να οι ηθικοπλαστικές εκπομπές με θέματα ψευτοκοινωνικού προβληματισμού, όπως «νέοι και ναρκωτικά», «νέοι και ομοφυλοφιλία», «νέοι και εκκλησία», και να οι καταγγελίες για τους ιεχωβάδες και τους μασόνους και τους σατανιστές και άλλα μουρλά. Το θέμα είναι ότι κάποιες φορές ο δάσκαλος σιγοντάριζε τον παπά και έψελνε μέσα στο αυτοκίνητο! Ναι, ρε συ, έψελνε! Και γω, το ‘παιζα βλάκας. Ούτε μιλούσα, ούτε λαλούσα, μόνο πρόσεχα να μην πάρω κανά δυστυχή πεζό σβάρνα. Και στο τέλος του μαθήματος τα τσέπωνε τα χιλιάρικα. Κάτι έλεγα να πω περί χριστιανικής ηθικής και παγκαριών αλλά το κατάπινα. Και κάθε φορά που με αποχαιρετούσε φρόντιζε να λέει «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Έτσι κύλησαν τα πρώτα 4-5 μαθήματα. Εγώ στον κόσμο μου, ο Στέλιος στον δικό του. Με τους ψαλμούς, με τα αγγέλματα της ημέρας και με τους παπάδες του. Και ως δάσκαλος ήταν μέτριος. Δεν ενδιαφερόταν. Έλεγε πεντέξι πράγματα και φρόντιζε αμέσως να αποσύρεται στον αχό της βυζαντινής μουσικής, ξέρεις νηπαβουγαδηκεζωνη.
Ώσπου μια μέρα βρήκα τη μιλιά μου, «άνθρωπος είμαι δεν αντέχω, ξέσπασα» που τραγουδούσε στα έρλι νάιντις ο κορκολής. Είχε πάθει τρομώδες παραλήρημα. Όλα του φταίγανε. Οι αριστεροί, οι αλβανοί, οι ιεχωβάδες, οι πολιτικοί, το πολίτευμα, ο Σημίτης, όλοι και όλα, σε ένα ισοπεδωτικό κρεσέντο. Τότε ξύπνησε ο άνθρωπος μέσα μου. Όχι ο ναρίτης, ούτε ο μουλουκουκουές, ούτε ο προασπιστής της ανεξιθρησκίας και των αναφαίρετων ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο απλός άνθρωπος ξύπνησε μέσα μου. Και άρχισε να αντιπαρατίθεται. Στην αρχή με επιχειρήματα. Μετά με βρισιές. Κοινώς, γίναμε μύλος. Παραλίγο να τρακάρω, παραλίγο να πέσω σε μια κολόνα. Τότε ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι δεν έχει νόημα να συζητάς με κάποιον που έχει τις εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις με σένα. Γιατί είναι σαν να προσπαθούν να μιλήσουν δύο όντα που έρχονται από διαφορετικούς πλανήτες, σα να συζητάνε δυο τοίχοι. Συζητάνε, τρόπος του λέγειν. Γιατί όταν άρχισα να μιλάω για όλα αυτά που ο δάσκαλός θεωρούσε βδελυρά και εξοβελιστέα, εκείνος άρχισε αμέσως τους χαρακτηρισμούς: «ψευτοκουλτουριάρης», «άθεος», «αναρχοσυμμορίτης» και λοιπά. Απάντησα και γω με κάτι εξυπνάδες, όπως «επερχόμενο αλτσχάιμερ», «αναδρομικός χρυσαυγίτης» και έγινε χαμός. Ανταλλάσσαμε φιλοφρονήσεις μέχρι το τέλος του μαθήματος.
Τα επόμενα μαθήματα κύλησαν μέσα στη σιωπή. Μουγκαμάρα. Δε φρόντισα να αλλάξω δάσκαλο, δεν ξέρω γιατί, ίσως να είδα το θέμα ανθρωπολογικά. Όμως, αυτός δεν είχε πλέον όρεξη για τίποτα. Ούτε για ψαλμούς, ούτε για ρατσιστικά ξεσπάσματα. Λίγες μέρες μετά, έφτασε η μέρα των εξετάσεων. Έδωσα εξετάσεις και κόπηκα. Δεν πήρα καλά την οπισθογωνία, ήταν μια μέρα που έβρεχε, έβρεχε μονότονα και δεν είχα προσέξει καλά το πεζοδρόμιο. Ο δάσκαλος έχυσε το φαρμάκι του. «Αν πίστευες στο Θεό, θα το είχες πάρει το δίπλωμα». Τον μούτζωσα και έφυγα. Το δίπλωμα το πήρα μετά από δυο βδομάδες. Με άλλον δάσκαλο. Η αλήθεια είναι ότι η οδήγηση ποτέ δεν μου άρεσε. Όπως είπα, ξεκίνησα τα μαθήματα λόγω βαρεμάρας. Και το ροζ δίπλωμα έχει ξεμείνει έκτοτε πάνω σε ένα ράφι στη βιβλιοθήκη μου. Θέλω να πω, δεν οδηγώ. Δεν μου κάνει αίσθηση. Και είναι χαζομάρα, το ξέρω, αλλά την οδήγηση την έχω ταυτίσει με τον κυρ-Στέλιο και όσο να ναι, αυτό μου φέρνει μια γεύση στο στόμα. Στυφή γεύση. Είναι πολύ συνηθισμένο.