Έχω ήδη ξυπνήσει πριν χτυπήσει το ρολόι. Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα ότι με αγκάλιαζε εκείνη, ότι είχαμε παντρευτεί και ότι είχαμε 3 παιδιά. Λυπήθηκα που ξύπνησα. Τώρα είμαι ξαπλωμένος και προσπαθώ να κοιτάξω καθαρά στο σκοτάδι. Μια ακτίνα φως περνάει τα στόρια, μπαίνει στο δωμάτιο, χτυπάει στο κρεβάτι και φωτίζει τη γυναίκα που κοιμάται δίπλα μου. Ακόμη και τώρα δε μπορώ να απαντήσω με σαφήνεια στην ερώτηση αν η ζωή μου ακολούθησε τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων ή αν ήταν ένα κακής ποιότητας προϊόν συμβιβασμού. Αυτό όμως που τώρα μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι πρέπει να σηκωθώ από το κρεβάτι, να ετοιμαστώ για να μη φτάσω πάλι αργοπορημένος στο γραφείο, όπως συνηθίζω την τελευταία εβδομάδα. Σηκώνομαι αθόρυβα για να μη την ξυπνήσω, γιατί την τελευταία φορά που την ξύπνησα μου ζήτησε λεφτά να πάει να αγοράσει ρούχα και καλλυντικά. Ντύνομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ με τη «στολή εργασίας» και κατευθύνομαι στο σαλόνι. Οι πρωινές ενημερωτικές εκπομπές αναπαράγουν τα ρεπορτάζ από τα χτεσινοβραδινά δελτία ειδήσεων: η κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει μια κάποια λύση στο ασφαλιστικό πρόβλημα, οι φοιτητές αντιδρούν με εβδομαδιαία συλλαλητήρια για τον αισχρό νόμο-πλαίσιο, οι παπάδες και οι άλλες συντηρητικές δυνάμεις βρίζουν τους ιστορικούς για το νέο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, η Λάμπρου λοιδωρεί τη Μπεζαντάκου και η αγωνία για τον επερχόμενο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον έχει χτυπήσει, λένε, κόκκινο. Η αγωνία μου πάλι η δικιά μου είναι να μη βρω κίνηση στο δρόμο. Βγαίνω έξω στο διάδρομο, η κυρία Μέλπω έχει ήδη καλέσει το ασανσέρ. Την ώρα που εύχομαι να μην αρχίσει πάλι τη γκρίνια για την υγεία της, που συνεχώς επιδεινώνεται, με καλημερίζει και αφού της την ανταποδίδω λέει: «Αχ, παιδί μου, πάλι χάλια είμαι. Δεν μπόρεσα καθόλου να κοιμηθώ. Έπαθα κράμπα και μούδιασε όλο το πόδι μου. Εσύ καλά; Η γυναίκα σου;». Δεν μπόρεσα να απαντήσω στην ερώτησή της αν η γυναίκα μου και εγώ είμαστε καλά, γιατί είχα κολλήσει στο ρήμα που επέλεξε η Μέλπω: ----...μούδιασε...-----.
Η οδήγηση προσφέρεται για πολλές σκέψεις, ειδικά όταν κινείσαι σημειωτόν, όταν έχεις κλειστό το ραδιόφωνο γιατί οι παλιοί αγαπημένοι σου ραδιοφωνικοί σταθμοί έχουν αγοραστεί από ξένες πολυεθνικές εταιρείες και παίζουν μόνο μουσική απόλυτα σύμφωνη με τα επιβεβλημένα εξ άνωθεν playlist και όταν κυρίως μια γειτόνισσά σου έχει χρησιμοποιήσει ένα ρήμα που εσύ αποφεύγεις να χρησιμοποιήσεις, γιατί σου θυμίζει οικεία και ρομαντικά κακά. Γιατί το ρήμα «μουδιάζω» μου θύμισε καταστάσεις που τις είχα εξοβελίσει από το μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό. Το μπλογκ μου, το προσωπικό μου ιστολόγιο, στο οποίο έγραφα τις σκέψεις μου, τις ανησυχίες μου, τα ανοσιουργήματά μου: το «numb in volos 2006», που μια ωραία μέρα, αφού το διέγραψα, το πέταξα στον ιντερνετικό κάλαθο των αχρήστων να πάει να συναντήσει τόσα άλλα πεταμένα ιστολόγια και να κάνουν παρέα μαζί με όλα τα άλλα διαδικτυακά απόβλητα. Τώρα ακινητοποιημένος μέσα στο αυτοκίνητο μαζί με όλους τους άλλους αργοπορημένους, προσπαθώ να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης μου, μήπως και καταλάβω το λόγο για τον οποίο είχα αντιδράσει έτσι σπασμωδικά.
Τότε βέβαια η κίνηση μόνο σπασμωδική δε μου είχε φανεί, άσχετα αν ήξερα ότι η «σπασμωδικότητα» και η κυκλοθυμία είναι δυο εγγενή χαρακτηριστικά της φύσης μου, δηλαδή όχι μόνο δικά μου, μάλλον όλων των Υδροχόων, αλλά τέλος πάντων αυτό είναι φαντάζομαι άλλη ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε καν εμένα, που δεν πιστεύω στα ζώδια και στις καρμικές μπουρδοανησυχίες, αλλά προσπαθώ εκ των υστέρων να βρω ερείσματα στα άστρα και στις αμπελοφιλοσοφίες περί πεπρωμένου και κισμέτ. Ναι, το κισμέτ, ωραίο μπαρ στο Βόλο, αλλά έκλεισε νωρίς, δε το χάρηκα όσο ήθελα. Ο Βόλος, ναι, ωραία πόλη, αλλά οι άνθρωποι εκεί είναι παράξενοι. Ναι, οι άνθρωποι είναι παράξενοι, όχι μόνο στο Βόλο, παντού παράξενοι είναι. Ναι, οι συνειρμοί, ναι, ο Τζόις, ναι έχω διαβάσει ολόκληρο τον «Οδυσσέα», δίνω και αυτόγραφα αμά λάχει να ούμε. Ναι, οι παρενθέσεις, ένα σιντί του εξαιρετικού ισλανδικού συγκροτήματος Sigur Ros, είχε για τίτλο μια παρένθεση. Ναι, όταν οδηγώ ή όταν προσπαθώ να οδηγήσω, ξεφεύγω από το θέμα, πάλι καλά που δεν ξεφεύγω και από το δρόμο. Όχι ότι δεν έχω ξεφύγει κάποιες φορές, αλλά αυτά γινόταν παλιότερα όταν οδηγούσα under the influence, αλλά ευτυχώς τη γλίτωνα με λίγες γρατζουνιές και ελαφρές διασείσεις. (Αχά!)
Θυμάμαι, λοιπόν, εκείνο το διάστημα, πότε ακριβώς ήταν δε μπορώ να πω με σιγουριά - μάλλον αρχές του 2008 - που αισθανόμουν ότι το προσωπικό μου μουδιασμένο ιστολόγιο, είχε κάνει τον κύκλο του. Στερεοτυπικό μεν, αληθές δε. Πάντα σπαζόμουν όταν άκουγα φίλους να λένε ότι χώρισαν με το ταίρι τους, επειδή η σχέση είχε «κάνει τον κύκλο» της, γιατί είχα την εντύπωση ότι αν έχεις βρει κάποιον με τον οποίο ταιριάζεις η ευτυχία θα είναι αθάνατη. Εντάξει, ο όρος «σχέση- κύκλος» για να περιγράψει τη σχέση κάποιου με το ιστολόγιό του είτε είναι αδόκιμος είτε παραπέμπει στην αυτοερωτική ασφυξία, οπότε μάλλον οφείλω να διασαφηνίσω τι εννοώ. Αισθανόμουν άδειος. Οτιδήποτε είχα να πω το είχα ήδη γράψει. Δε μπορούσα πλέον να εκφραστώ. Δε μπορούσα να γράψω κάτι νέο. Οι δοκιμές και οι λεκτικές ακροβασίες ήταν χάλια. Η έμπνευση είχε μετακομίσει αλλού. Είχα βαρεθεί. Άσε που από ένα σημείο και μετά επαναλάμβανα τα ίδια και τα ίδια. Δεν είχα να πω τίποτα. Αναπόφευκτα έκανα και τις συγκρίσεις με άλλα ιστολόγια. Υπήρχαν πολιτικά μπλογκ με εξαιρετικές πολιτικές αναλύσεις, λογοτεχνικά μπλογκ με εξαιρετικά λογοτεχνήματα, κουτσομπολίστικα μπλογκ με εξαιρετικά ξεκατινιάσματα, αλλά δυστυχώς το δικό μου δεν ανήκε πουθενά. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και πολύ χρόνο να ασχοληθώ με το μπλογκ, λόγω της δουλειάς και λόγω της σχέσης μου, αλλά υποθέτω ότι και να είχα χρόνο, πάλι δε θα είχα τη διάθεση. Είχα εμπλακεί και σε κάποια ξεκατινιάσματα και γω και αυτό είχε χαλάσει τη διάθεσή μου ακόμη περισσότερο. Γι αυτό, μια ωραία πρωία, μπήκα στο μπλογκ μου, μπήκα στο dashboard, πάτησα το delete και τέλος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αποφάσισα ότι δε θα ξαναδιαβάσω ποτέ τα αγαπημένα μου ιστολόγια και ότι δε θα απαντήσω σε mail που ενδεχομένως μπορεί και να μου έστελαν φίλοι που είχα γνωρίσει μέσα από αυτά τα ηλεκτρονικά περιβάλλοντα διαλόγου.
Στην αρχή όλα ήταν καλά και εξακολούθησαν να είναι. Το μόνο παράξενο που έκανα ήταν που ξύρισα το κεφάλι μου, κάτι που τώρα το συνδέω με το avatar που χρησιμοποιούσα τότε, εκείνο από το «Stalker» του Ταρκόφσκι, που απεικόνιζε εκείνον τον ξυρισμένο που καθοδηγούσε τους άλλους δυο στη «Ζώνη». Επίσης, απέφευγα να χρησιμοποιώ τη λέξη «μούδιασμα» και όλα τα παράγωγά του και θυμάμαι που όταν το πόδι μου μούδιαζε καμιά φορά, έλεγα ότι το πόδι μου με πονάει, ενώ απέφευγα να ακούω τραγούδια, των οποιων οι στίχοι είχαν τη λέξη «numb».
Το πιο παράξενο ήταν ένα όνειρο που είχα δει δυο μήνες αφ’ ότου έσβησα το ιστολόγιο, ένα όνειρο που τότε δεν είχα καταλάβει τι μπορεί και να σήμαινε, αλλά τώρα μπορώ να το αποκωδικοποιήσω επαρκώς. Είχα ξαπλώσει κάτω από τα σκεπάσματα, είχα κλείσει τα μάτια και είχα αποκοιμηθεί. Ξύπνησα και άρχισα να τρέμω σύγκορμος. Ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο και μου έτσουζε το πρόσωπο. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα έναν τύπο να κοιτάει προς το μέρος μου και να γελάει. Ήξερα ότι δεν υπήρχε. Τότε εμφανίστηκε και μια κοπέλα με κόκκινα δάκρια και κάτι μου είπε που δεν κατάλαβα. Άκουσα τότε το θόρυβο μιας μηχανής. Ο παράξενος τύπος και η κοπέλα εξαφανίστηκαν και ένας μηχανόβιος ήρθε γκαζώνοντας προς το μέρος μου και με χτύπησε με μια σιδηρόβεργα. Όταν συνήρθα, άνοιξα τα μάτια μου και είδα ότι πάνω στο γαλάζιο ουρανό, έναν ουρανό που παρέπεμπε στον παράδεισο, πετούσε ο Superman. Κάτω από ένα δέντρο καθόταν ένας τύπος που έπαιζε κιθάρα, μια κοπέλα ντυμμένη στα άσπρα, ένας άντρας με ένα μαύρο καπέλο στο πρόσωπό του, μια γυναίκα πίσω από ένα συρμάτινο πλέγμα, ένα καρτούν που κάπνιζε ένα τσιγάρο, ένα άλλο γιαπωνέζικο manga και όλοι μαζί κοιτούσαν ένα πορτοκαλί λουλούδι και 3 πεταλούδες που πετούσαν προς τον ουρανό. Προς το μέρος μου ήρθαν δυο γάτες, η μία μου μίλησε με αντρική και η άλλη με γυναικεία φωνή. Άρχισα να τρέχω και έφτασα σε μια συναυλία που ένας φώναζε «αντισταθείτε», αλλά στο στάδιο ήμουν μόνο εγώ, μια φωτογραφία ενός κάδρου και μια κοπέλα με 60s αισθητική. Βγήκα από το στάδιο, έβρεχε καταρρακτωδώς, είδα έναν να βρέχεται και να χαίρεται και έπεσα πάνω στον «Χοντρό και το Λιγνό». Τότε ο λιγνός μου είπε: «Ξύπνα μαλάκα». Ξύπνησα κάθιδρος, αλλά ξανακοιμήθηκα σχετικά σύντομα. Την επόμενη μέρα σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να ξαναφάω μουσακά πριν κοιμηθώ, γιατί τελικά μου πέφτει βαρύς.
Και σήμερα η κυρα- Μέλπω μου θύμισε όλα αυτά. Τελικά το αποφάσισα. Όταν με το καλό φτάσω στο γραφείο, θα ζητήσω συγγνώμη για την αργοπορία μου, θα μπω στο μπλογκσποτ και θα φτιάξω ένα νέο μπλογκ. Δεν ξέρω πώς θα το ονομάσω, ίσως numb 2010, θα δω. Θα ψάξω να βρω ποιοι έχουν μείνει από τους παλιούς φίλους. Λογικά οι περισσότεροι δε θα είναι εκεί. Θα έχουν σταματήσει να ασχολούνται με τα ιστολόγια. Κάπου διάβασα ότι έχουν ανοίξει γύρω στα 150.000 ελληνικά ιστολόγια, έχουν γίνει η νέα φοβερή μανία των Ελλήνων. Θα μπω λοιπόν στον υπολογιστή, σήμερα Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010 και θα φτιάξω ένα νέο. Και αυτή τη φορά θα το κρατήσω για πάντα. Ή έτσι νομίζω.
(συνεχίζεται την Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010)