Πέμπτη, Μάρτιος 29, 2007

To νούμερο 11

Η Κασσιανή έφτιαξε το δικό της μπλογκ μόλις προχτές. Είχε διαβάσει σε μια εφημερίδα για αυτό το νέο «φρούτο» και είπε να δοκιμάσει την τύχη της στα λινκ και στα υπερλίνκ. Περισσότερο τύχη θα είχε εκεί, αφού ο γκόμενος και οι φίλοι της την είχαν παρατήσει, το αφεντικό την είχε απολύσει και περνούσε μια δύσκολη φάση. Πίστεψε ότι το ιστολογείν θα την αποφορτίσει από όλη την κακή ενέργεια που την έπνιγε. Άρχισε να διαβάζει όλα τα γνωστά ιστολόγια, μέχρι που έπεσε τυχαία πάνω σε ένα ομαδικό, το οποίο μάλιστα είχε και chat box. Έβλεπε τα μηνύματα και έγραψε κι αυτή ένα δικό της. Μετά έγραψε και δεύτερο. Όταν είδε ότι κανένας δεν της απαντούσε έγραψε και 3ο και 4ο μέχρι που έχασε το λογαριασμό. Κανείς δεν της έδινε σημασία. Στο χιλιοστό απελπισμένο μήνυμα και ακριβώς εκείνο το δευτερόλεπτο που ήταν έτοιμη να βγει και από το μπλογκ, αλλά και να διαγράψει το δικό της ιστολόγιο, ένας τής απάντησε. Μίλησαν για πολλά. Περί ανέμων και υδάτων. Αρχικά για τον καιρό, αργότερα για τα ιστολόγια και για πολιτική, ενώ μετά από λίγη ώρα η συζήτηση έφτασε μοιραία και σε πιο προσωπικά θέματα. Συνειδητοποίησε ότι ταιριάζανε. Αισθάνθηκε ότι είχε βρει κάποιον με τον οποίο πραγματικά επικοινωνούσαν. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε με αυτόν τον γοητευτικό μπλόγκερ να καλύψει όχι μόνο το επικοινωνικό της έλλειμμα, αλλά και το κενό ανάμεσα στα πόδια της. Κανονίσαν με συνοπτικές διαδικασίες να βρεθούν σε ένα μπαρ. Ραντεβού στις 11 στο κέντρο.

Το επόμενο πρωί τη βρήκε ένας ρακοσυλλέκτης, κατακρεουργημένη, δίπλα από έναν κάδο σκουπιδιών. Ξαφνικά ακούστηκε ένα κουδούνισμα. Ο φουκαράς έψαξε στα ρούχα της και βρήκε ένα κινητό τηλέφωνο. Το σήκωσε. Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Από την άλλη γραμμή μια γυναικεία φωνή είπε γρήγορα «Αμάν ρε Κασσιανή! Πού είσαι κόρη μου; Μ’ έφαγε η αγωνία!». Ο ρακοσυλλέκτης σώπασε. Το μόνο που έκανε ήταν να κλείσει το κινητό και να ξεσπάσει σε λυγμούς. Όταν συνήρθε κάπως, τηλεφώνησε στην αστυνομία.

Την ίδια ώρα ο δολοφόνος κανόνιζε με μία άλλη ιστολόγο να βρεθούν το βράδυ για ένα ποτάκι. Η Κασσιανή ήταν απλώς άλλο ένα νούμερο στη λίστα του. Το νούμερο 11.

Σε ένα γραφείο του 3ου ορόφου ένα τηλέφωνο χτυπούσε. Ο άντρας που το σήκωσε ήξερε μάλλον τι θα άκουγε. «Ναι, ο ίδιος. Και άλλη; Η εντέκατη. Ναι ευχαριστώ, έρχομαι στο νεκροτομείο». Ο αστυνόμος Κλεόβουλος έκλεισε το τηλέφωνο, έβαλε το σακάκι του και βγήκε από το γραφείο του. Καθώς κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό του σκέφτηκε ότι αυτή η παράνοια πρέπει επιτέλους να σταματήσει. Και πίστευε ότι κάπως θα τη σταματούσε. Αλλά ακόμη δεν ήξερε τον τρόπο...

Τετάρτη, Μάρτιος 28, 2007

Rabbit in your headlights

Η Ουρανία χάζευε το αγαπημένο της μεσημεριανό talk show, στο οποίο μια ψυχολόγος έλεγε για το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της οικογένειας στην ανατροφή των παιδιών. Σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα χασαπομάχαιρο. Έκοψε μια φέτα ψωμί και την άλειψε με λίγη μαργαρίνη. Έκατσε ξανά στον καναπέ. Η ψυχολόγος εξακολοθούσε να μιλάει για την οικογένεια και τη σημασία της στο κοινωνικό σύνολο. Θυμήθηκε τότε τον άντρα της, τον Στέργιο. Στην αρχή τον αγαπούσε. Όταν έμεινε έγκυος στο πρώτο παιδί, αυτός άλλαξε συμπεριφορά. Υποψιαζόταν ότι την απατούσε. Οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν πανηγυρικά, όταν τον είδε μια μέρα να φιλάει μια άλλη γυναίκα έξω από το σπίτι τους. Πίστευε ότι θα άλλαζε συμπεριφορά με τον ερχομό του παιδιού. Φυσικά, δεν άλλαξε τίποτα. Τα χρόνια πέρασαν, το παιδί μεγάλωσε, έφυγε από το σπίτι, αλλά αυτός εξακολουθούσε να πηγαίνει με τη μία και την άλλη. Η ψυχολόγος άρχισε να απαριθμεί τους τρόπους με τους οποίους μία γυναίκα μπορεί να κερδίσει ξανά το ενδιαφέρον των συζύγων τους. Η ιδέα για εκδίκηση καρφώθηκε μονομιάς στο μυαλό της. Αρκετά χρόνια προσποιούνταν την ηλίθια. Ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. «Αρκετά! Σήμερα θα περάσεις στην αιωνιότητα, κύριε Στέργιο! Η υπομονή και η ανοχή έχουν και τα όριά τους. Και εσύ τα έχεις παραβιάσει εδώ και πολλά χρόνια», μονολόγησε. Σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα χασαπομάχαιρο. Προχώρησε προς το δωμάτιο που κοιμόταν ο σύζυγός της κρατώντας το μαχαίρι στο χέρι, άνοιξε την πόρτα, αλλά αυτός δεν ήταν εκεί. «Πότε έφυγε ο ρεζίλης; Πάλι θα γυρνάει με την πόρνη τη Σούλα». Επέστρεψε στην κουζίνα, άφησε το μαχαίρι στο νεροχύτη και άνοιξε πάλι το ψυγείο. Από μια γκρι σακούλα εξείχε το δεξί χέρι του Στέργιου. Σε μια άλλη σακούλα βρισκόταν το αριστερό του πόδι, από το γόνατο και κάτω. Ηρέμησε, έκατσε ξανά στον καναπέ, άλλαξε κανάλι και πέτυχε μια άλλη εκπομπή. «Όταν επιστρέψει ο παλιομαλάκας, θα τον περιποιηθώ καταλλήλως».

Δευτέρα, Μάρτιος 26, 2007

Εκκλησιαστικό δυστύχημα

Η 5η Απριλίου 2007 ήταν μια μέρα που θα χαραζόταν ανεξίτηλα στη μνήμη των κατοίκων του μικρού χωριού και γενικότερα στο συλλογικό φαντασιακό των Ελλήνων. Γιατί η φήμη που συνόδεψε αυτό το περιστατικό, το οποίο έλαβε τόπο στο ναό του Αγίου Νικολάου, πέρασε τα σύνορα του χωριού, έφτασε στην πόλη και με την αρωγή των ΜΜΕ έγινε ένας θρύλος που ακόμη και σήμερα, 35 χρόνια μετά, εξάπτει την περιέργεια και δυναμιτίζει το ήρεμο πνεύμα των ορθοδόξων χριστιανών. Γι αυτό το θέμα, που σκανδάλισε τα πλήθη, ακούστηκαν τόσα πολλά, τα οποία ήταν όχι μόνο ανακριβή, αλλά και εμπλουτισμένα με αχρείαστες λεπτομέρειες. Ευτυχώς, ήμουν μπροστά στο συμβάν και μπορώ να σας εκμυστηρευτώ εκ των υστέρων, πάντα με την εξωραϊστική διάθεση που χαρίζει αβίαστα ο χρόνος, όλα όσα συνέβησαν εκείνο το ωραίο πρωινό της Μεγάλης Πέμπτης μέσα στον περίλαμπρο ναό.

Η Θεοπίστη ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, γύρω στα 25, που είχε πάει στην εκκλησία για να μεταλάβει. Πάντα σοβαρή, ολιγομίλητη και θεοσεβούμενη. Όλοι όσοι την έβλεπαν, έστρεφαν το κεφάλι τους προς το μέρος της και θαμπωμένοι από την ομορφιά της, αφήναν, χωρίς πάντα να το θέλουν, έναν αναστεναγμό. Ακόμη και οι δυο αρχικουτσομπόλες του χωριού, η Φιλιώ η μοδίστρα και η Ελπινίκη, δε μπορούσαν να πουν κάτι κακό γι αυτήν, αλλά τη συμπονούσαν με τον τρόπο τους. «Ωραία κοπέλα και να είναι ανύπαντρη». «Κρίμα, κρίμα. Να δεις που θα παραμείνει ανύπαντρη μέχρι να πεθάνει». «Στοίχημα βάζω ότι θα πάει να γίνει καλόγρια». «Ε ναι, σίγουρα. Από μικρή τη θυμάμαι κάθε Κυριακή να πηγαίνει στην εκκλησία. Μα, άλλα ενδιαφέροντα δεν έχει αυτή η κοπέλα; Έστω να πάει για ένα καφέ, για ένα ποτό, βρε αδερφέ;». «Αυτή η κοπέλα είναι υπόδειγμα ηθικής στο χωριό. Δεν έχει δώσει κανένα δικαίωμα για κουτσομπολιά. Δεν είναι σαν τις άλλες τις χαμούρες. Αυτή είναι τύπος και υπογραμμός».

Εκείνη τη μέρα την πέτυχα στο δρόμο. Την καλημέρισα. «Καλημέρα Γιώργο. Καλά είσαι; Θα πάω στην εκκλησία να μεταλάβω. Νήστευα για 40 μέρες. Εσύ πόσο καιρό έχεις να ρθεις εκκλησία;», ρώτησε με έναν γλυκά παραπονιάρικο τρόπο. Της είπα ότι έχω να εκκλησιαστώ τουλάχιστο έναν χρόνο, ενώ μεταξύ σοβαρού και αστείου ομολόγησα ότι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο δεν πηγαίνω στο ναό είναι το ότι ο παπα-Νικόλαος είναι ιδιαίτερα κακόφωνος. Μου έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και έφυγε. Εγώ πήγα στην καφετέρια, αλλά ήταν κλειστή. Για ένα λόγο, που ακόμη και σήμερα δε μπορώ να εξηγήσω, αποφάσισα να πάω στον Άγιο Νικόλαο. Ίσως οφειλόταν στο ότι είχα δει τη Θεοπίστη ή στο ότι ήθελα να την ξαναδώ. Μα ήταν τόσο ωραία! Φορούσε, θυμάμαι, ένα λευκό πουκάμισο, μια καφέ μάξι φούστα με κάτι λουλουδάκια, τα ξανθά της μαλλιά έπεφταν στους λεπτούς της ώμους, ήταν μια οπτασία!

Όταν μπήκα στον πρόναο, άναψα ένα κερί, αυτή με κοίταξε, μου χαμογέλασε, ήρθε προς το μέρος μου και με σιγανή φωνή παραδέχτηκε: «Χάρηκα που ήρθες στην εκκλησία. Νιώθω σα να έκανα μια καλή πράξη σήμερα. Δεν πειράζει που ήρθες στο τέλος της θείας λειτουργίας. Πάω να μεταλάβω. 40 μέρες νηστείας δεν ήταν και λίγες. Τρέμουν τα πόδια μου από την πείνα, αλλά με τη βοήθεια του Θεού καταπολέμησα όλους τους στομαχικούς πειρασμούς». Κούνησα συγκαταβατικά (πιο πολύ μηχανικά μάλλον) το κεφάλι μου και την είδα να κατευθύνεται μαζί με τους άλλους πιστούς προς το μέρος της Ωραίας Πύλης, όπου ετοιμαζόταν να βγει ο παπάς, για να κοινωνήσουν. Τα χείλη του αριστερού ψάλτη έψελναν με ευλάβεια το «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέρχονται». Οι πιστοί μεταλάμβαναν το σώμα και το αίμα του Κύριου ημών Ιησού Χριστού. Η Θεοπίστη είχε μείνει τελευταία. Την στιγμή που έφτασε μπροστά από τον ιερέα, έπιασε ξαφνικά το κεφάλι της, παραπάτησε ζαλισμένη και έπεσε κάτω στο δάπεδο μπροστά στον παπά. Αυτός ξαφνιάστηκε, έκανε μια κίνηση σαν να προσπάθησε να την πιάσει, αλλά η κίνησή του ήταν αναποτελεσματική. Το μόνο που κατάφερε ήταν να αφήσει από το χέρι του το δισκοπότηρο με την αγία μετάληψη, η οποία χύθηκε όλη στο πρόσωπο και στα ρούχα της Θεοπίστης. Ο κόσμος πάγωσε. Ο ψάλτης σταμάτησε και άρχισε να βήχει. Ακόμη και η Φιλιώ σταμάτησε τα κουτσομπολίστικα ψουψουψού με την Ελπινίκη και κοίταζαν το παράξενο θέαμα. Εγώ πάλι ήθελα να γελάσω, αλλά με τη βοήθεια του Θεού κρατήθηκα. Η Θεοπίστη κάτω αναίσθητη, βρεγμένη από τη θεία κοινωνία με τον παπά από πάνω να την κοιτάει αμήχανα. Νεκρική σιωπή. Εκκωφαντική, θα μπορούσα να πω. Τότε ο παπάς έκανε ένα νόημα και ο δεξιός ψάλτης ξεκίνησε πάλι να ψέλνει. Ο ιερέας έσκυψε πάνω από τη Θεοπίστη και άρχισε να την αγγίζει. Το ορθόδοξο δόγμα υποστηρίζει ότι είναι φριχτή αμαρτία να πάει χαμένη η θεία κοινωνία. Ο παπα-Νικόλαος έσκυψε, λοιπόν, από πάνω της και άρχισε να τη γλύφει στο πρόσωπο και στο λαιμό. Δεν έπρεπε να πάει χαμένη η μετάληψη. Έβγαλε μετά τα άσπρο της πουκάμισο, την έγδυσε και κοιτούσε το στηθόδεσμό της. Ο κόσμος άρχισε να νιώθει αμήχανα. Από κάπου ακούστηκε το γνώριμο ψουψουψού της Φιλιώς, κάποιες γιαγιάδες σταυροκοπήθηκαν και πήγαν προς την έξοδο του ναού, ενώ κάποιοι άλλοι προχώρησαν προς το μέρος του ιερέα. Εκείνος αφαίρεσε τον στηθόδεσμο της. Αμέσως μετά, τη φούστα της. Οι 10 λέξεις που εκστόμισε έσκασαν σα βόμβα μεγατόνων: «Πω πω τι μουνάρα είσαι συ. Θέλω να σε γαμήσω». Και αφού αφαίρεσε τα άμφιά του, έβγαλε και το κιλοτάκι της Θεοπίστης και άρχισε να τη γαμάει. Ο παπάς προφανώς είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της Θεοπίστης και είχε φτάσει σε έκσταση και σε έναν παροξυσμό που τον αποπροσανατόλιζε από τον παρόντα χωροχρόνο. Η Θεοπίστη ξύπνησε από τον πόνο και άρχιζε να ουρλιάζει «Μη, ρε τραγόπαπα είμαι παρθένα», για να πάρει την αποστομωτική απάντηση: «΄Ησουν παρθένα». Το θέαμα ήταν το πιο αλλόκοτο της ζωής μου. Θυμήθηκα τη σκηνή των οργίων στο «Μάτια ερμητικά κλειστά» και συμπέρανα ότι εκείνη η σκηνή ωχριούσε μπροστά σε αυτά που διαδρματιζόταν μέσα στο ναό. Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει αποδοκιμαστικά, τρεις πιστοί που μόλις είχαν μεταλάβει ξερνούσαν, ένας παππούς έβριζε τον παπά με φριχτές χριστοπαναγίες, μία γιαγιά λιποθύμησε, ο ψάλτης φώναξε κάτι ακατάληπτο, κάποια παιδάκια έκλαιγαν, η παπαδιά έτρεξε ντροπιασμένη προς την έξοδο, ένας πολυέλαιος κουνήθηκε και έπεσε στο πάτωμα, μερικά κεριά έσβησαν, κάποια άλλα άναψαν, μια εικόνα κατακρημνίστηκε, πολλά καντήλια έπεσαν στο δάπεδο και έγιναν κομμάτια, τρία σκυλιά μπήκαν στο ναό γαβγίζοντας, τα φώτα αναβόσβηναν μόνα τους, κάποιοι έτρεξαν βλαστημώντας προς το νάρθηκα, εγώ έμεινα να κοιτάω σαν να είμαι μπανιστηρτζής, η Φιλιώ με την Ελπινίκη φώναζαν «Στην πυρά, ω κολασμένοι», ο νεοκόρος εκστόμισε κάποιες τρομερές βρισιές, αλλά ο παπάς συνέχιζε το μηχανικό του έργο μέχρι που φώναξε «Χύνωωωωωωω ρε». Τότε η Θεοπίστη τον κοίταξε με λάγνο ύφος και ομολόγησε: «Θέλω κι άλλο».

Μετά από λίγες ώρες πλάκωσαν τα κανάλια και έγινε το σύστριγκλο. Το χωριό παρομοιάστηκε με τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Ο παπάς και η Θεοπίστη εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν τους είδε να βγαίνουν από το ναό, στον οποίο πραγματοποιήθηκε ξανά θεία λειτουργία ύστερα από 2 χρόνια, αφού προηγουμένως είχε διαβαστεί εξορκισμός από τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο. Μάλιστα ο μητροπολίτης αφόρισε και τη Θεοπίστη και τον παπα-Νικόλαο. Το χωριό έμεινε εκείνο το Πάσχα χωρίς ιερέα. Οι πιστοί αναγκάστηκαν να παρακολουθήσουν την αναστάσιμη λειτουργία στο διπλανό χωριό. Για πολλά χρόνια κανείς δεν είχε ακούσει κάτι νεότερο για το ζευγάρι. Μόλις πρόπερσι άκουσα κάτι φήμες ότι ο παπάς πέθανε, ότι η Θεοπίστη είναι η μάνα 7 παιδιών, εκ των οποίων το πρώτο γεννήθηκε με δύο κεφάλια, με κατακόκκινα μάτια και με διχαλωτή γλώσσα και ότι ύστερα από αυτή τη διαπόμπευση κατέφυγαν σε ένα νησί του Ιονίου, όπου δεν τους γνώρισε παραδόξως κανείς και ότι έβγαζαν τα προς το ζην με το εμπόριο ινδικής κάνναβης. Αλλά για όλα αυτά δεν είμαι σίγουρος. Θα σας γελάσω και δεν το θέλω.

Παρασκευή, Μάρτιος 23, 2007

Παρελάσεις

Στο γυμνάσιο ήμουν φυτό. Γι αυτό και η σημαία μου ανήκε ως επιβράβευση των κόπων μου στο διάβασμα. Η παρέλαση για μένα ήταν κάτι σαν αναγκαίο κακό, αλλά το γεγονός ότι κρατούσα τη γαλανόλευκη τόνωνε την εθνική μου συνείδηση (βέβαια τότε δεν ήξερα ότι το κρυφό σχολειό ήταν εθνικός μύθος, ίσως και να πίστευα ακόμη στον Άγιο Βασίλη, αφού είπαμε φυτό ήμουν και σίγουρα εκτός τόπου και χρόνου) και μου ενίσχυε το χαρτζιλίκι. Με τα λεφτά που μου έδωσαν οι φουσκωμένες από εθνική περηφάνια θείες, αγόρασα το “Nevermind” (τότε όλοι άκουγαν Nirvana, ακόμη και τα φυτά) και δυο μπλουζάκια Fruit of the Loom.

Στο λύκειο πήρα τον στραβό τον δρόμο. Ευτυχώς. Γιατί δε χρειάστηκε να παρελάσω. Βέβαια, δυο-τρεις καθηγητές προσπάθησαν να με πείσουν να μπω ως διμοιρίτης (αυτός νομίζω είναι ο όρος, αν όχι, λυπάμαι) μπροστά από τους άλλους, αλλά εγώ σιχαινόμουν την παρέλαση, αφού τη θεωρούσα ένα γκρι βαρετό πράγμα, το οποίο απαιτεί ορθοστασία, εξάσκηση, και για αυτό την 25η Μαρτίου προτιμούσα να λιάζομαι στην παραλία, πίνοντας καφέ με την Γιώτα, βλέποντας τους συμμαθητές μου να φουσκώνουν από περηφάνια, την ώρα που το δικό μου παντελόνι φούσκωνε από μια περήφανη στύση, γιατί η όμορφη Γιώτα είχε γείρει το κεφάλι της στο στήθος, είχε περάσει το χέρι της πίσω από το κεφάλι μου και μου χάιδευε τα μαλλιά.

Και εκεί που έλεγα ότι δε θα έκανα ποτέ ξανά παρέλαση στη ζωή μου, με πήρανε μια μέρα φαντάρο. Να οι παρελάσεις: και στην ορκωμοσία και στην 25η Μαρτίου (ευτυχώς γλίτωσα την παρέλαση της 28ης). Όταν ακούστηκαν οι πρώτες συζητήσεις για την επερχόμενη παρέλαση της 25ης στο Διδυμότειχο, ήξερα δυστυχώς ότι θα ήμουν το πρώτο υποψήφιο θύμα. Αλλά, δε μπορούσα να κάνω κάτι. Λέω, δε γαμιέται, θα περάσει. Μουδιασμένος είμαι, θα το υπομείνω και αυτό. Και κάπως έτσι, χωρίς πολλά πολλά, μπήκαν στο θάλαμο, με πήραν έξω και ξαφνικά βρέθηκα να κάνω πρόβες για τη μεγαλειώδη παρέλαση. Με έβαλαν στην πρώτη σειρά στη δεξιά θέση ως «δείκτη» (αυτός νομίζω είναι ο όρος, αν όχι, λυπάμαι), εξαιτίας του ύψους μου (γαμώ το ύψος μου γαμώ). Εδώ να πω για τις εκατομμύρια φίλες αναγνώστριες ότι ο δείκτης είναι αυτός που δίνει το βήμα ή το ρυθμό του βήματος στην παρέλαση, δηλαδή αν ο δείκτης ακολουθεί λάθος βηματισμό, μοιραία και οι υπόλοιποι θα χάσουν το βηματισμό, κοινώς θα χαθεί ο μπούσουλας. Και εκεί που είχα αποδεχτεί τη μουδιασμένη μοίρα μου, σκέφτηκα ότι δε χάνω και τίποτα με το να κάνω και κανά σαμποτάζ. Επίτηδες ακολουθούσα λάθος βηματισμό και γινόταν ένας ψιλοπανικός. Οι καραβανάδες άρχισαν τις χριστοπαναγίες και τα άλλα τα ψυχολογικά βίαια, αλλά εγώ πάλι το βήμα λάθος το πήγαινα. Μετά από πολλές πρόβες αποφάσισαν να με βγάλουν από δείκτη. Αλλά όχι από την παρέλαση. Και δυστυχώς δε μπορούσαν να με κρύψουν λόγω ύψους. Και μας γάμησαν στις πρόβες.

Την ημέρα της παρέλασης κάποιοι συμφάνταροι αισθάνθηκαν ότι έκαναν ένα θεαματικό πέρασμα μπροστά από το στρατηγό. «Μαλάκα, τέλειος βηματισμός, εντυπωσιάστηκε ο στρατηγός». Δεν είχα όρεξη να πω τίποτα, ούτε για το στρατηγό, ούτε για το χαμένο χρόνο, ούτε για τη θητεία, ούτε για το εθνικό ιδεώδες, ούτε για το συμβολικό της παρέλασης, ούτε για κάποια παιδιά από την Αλβανία που κάποιοι εθνικοπαράφρονες είχαν ξεσηκωθεί για να μην πάρουν την ελληνική σημαία. Ήμουν κουρασμένος και είχα πονοκέφαλο, γιατί φορούσα το κράνος αρκετή ώρα. Το μόνο που έκανα ήταν να χαμογελάσω όταν άκουσα έναν επαγγελματία οπλίτη από το Διδυμότειχο, ο οποίος παρήλαυνε δίπλα από μένα, να λέει αγανακτισμένα: «Ρε σεις η μάνα μου μού είπε ότι οι γκόμενες από την Αστυνομία είχαν καλύτερο βηματισμό από εμάς!».

Πέμπτη, Μάρτιος 22, 2007

Love is suicide

Την ώρα που είχε αγκαλιάσει τη χέστρα και ξερνούσε τα άντερά του, πέρασαν από το μυαλό του οι στίχοι του Bodies των Smashing Pumpkins: “The empty bodies stand at rest/ casualties of their own flesh/ afflicted by their dispossession/ but nobody ever knew/ nobody felt like you/ LOVE IS SUICIDE”. Δεν του είχε προκαλέσει αναγούλα η περισσότερο από άλλες φορές γλυκιά γεύση στο φιλί της, ούτε η τρίχα που αισθάνθηκε στη γλώσσα του, όσο η παράδοχή της: «Σε αγαπάω». Γι αυτό και ξερνούσε και ξερνούσε και θα ξερνούσε για πολύ ώρα ακόμη, μήπως και αδειάσει εντελώς.

Γιατί μία ώρα πριν, βρίσκονταν και οι δύο στο αυτοκίνητό του και εκείνη, αφού έσκυψε πάνω από το παντελόνι του, κατέβασε το φερμουάρ, έπιασε τον πούτσο του, τον χάιδεψε, τον φίλησε, μάλαζε τα αρχίδια για λίγη ώρα, τα έγλυψε, έβαλε το πουτσοκέφαλο στο στόμα της, αμέσως μετά ολόκληρο τον πούτσο του, ανεβοκατέβαζε ρυθμικά το κεφάλι της και , όταν αυτός έχυσε στο στόμα της, αυτή κατάπιε για πρώτη φορά το σπέρμα του και αμέσως μετά ομολόγησε: «Τα κατάπια. Σε αγαπάω».

ALIAS: κωδικός τάπερ

Δεν είμαι αχάριστος, ούτε δύσκολος άνθρωπος, δόξα τω Θεώ. Βρίσκω την ευτυχία σε μικρά πράγματα και ανακαλύπτω το χαμένο νόημα της ζωής σε περιστάσεις, που ίσως πολλοί να τις θεωρούν κάπως περίεργες ή εξεζητημένες για τα δικά τους δεδομένα. Αλλά, όπως λέει και η λαϊκή σοφία, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Ένα, λοιπόν, από αυτά τα πράγματα που με κάνουν πολύ χαρούμενο είναι να πηγαίνω σε ένα βίντεοκλαμπ (sorry, ντιβιντικλάμπ), να βρίσκω μια ταινία, να πηγαίνω σπίτι, να ξαπλώνω στον καναπέ και να τη βλέπω. Για μένα είναι ένας ωραίος τρόπος για να αποφορτίζομαι και να διώχνω την κούραση της ημέρας. Δηλαδή, κάποιες φορές θέλω να γίνομαι ο κλασικός couch-potato τύπος. Έτσι, μπορώ να πω με περισσή βεβαιότητα ότι σήμερα ήμουν ιδιαίτερα χαρούμενος, γιατί μπόρεσα να βρω τον 5ο κύκλο ενός εθιστικού σίριαλ, του ALIAS. Βέβαια μου είπαν ότι δεν είχε ελληνικούς υπότιτλους, αλλά τους ειδοποίησα ότι έχω πάρει το Proficiency και ότι, λογικά, δε θα είχα πρόβλημα κατανόησης στους διαλόγους με τους κατασκόπους και τα συνωμοτικά περί Rambaldi κλπ. Εδώ μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω τους διαλόγους σε πιο πολύπλοκα σίριαλ και με πιο δύσπεπτα νοήματα, στο ALIAS με τα μπαμ-μπουμ και τις μεταμφιέσεις της Sidney θα κολλούσα; Στο δρόμο σκεφτόμουν ότι, εντάξει, αν και το εν λόγω τηλεοπτικό σίριαλ βρίθει απιθανοτήτων και είναι αρκούντως προπαγανδιστικό, αφού η CIA απεικονίζεται σαν μια αθώα φιλόπτωχη εταιρεία που επιχειρεί να σώσει ολόκληρο τον κόσμο από τους «κακοί τρομοκράται», παρ’ όλα αυτά είναι ιδιαίτερα εθιστικό, όπως και άλλα πολλά αμερικανικά τηλεοπτικά προϊόντα, ενώ παράλληλα η κινηματογραφική αισθητική, το ενδιαφέρον σενάριο, η νευρώδης σκηνοθεσία, οι πειστικές ερμηνείες και μια γκομενάρα για πρωταγωνίστρια δημιουργούν ένα ελκυστικό πακέτο, για να σκοτώσει κανείς ευχάριστα την ώρα του. Και ειδικά το τελευταίο ήταν για μένα ένα καλό κριτήριο για να γουστάρω αυτή τη σειρά. Άσε που το τέλος του 4ου κύκλου με είχε αφήσει μαλάκα, όταν, την ώρα που ο Vaughn οδηγούσε και αποφάσισε να πει στη Sidney την αλήθεια για την πραγματική του ταυτότητα, ένα αυτοκίνητο χτύπησε το δικό τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα και όλα σκοτείνιασαν. Τόσο αληθινή απεικόνιση ατυχήματος είχα να δω από το κινηματογραφικό “Adaptation” και από το αγαπημένο πρώτο επεισόδιο του εξαιρετικού “Six Feet Under”.

Και τώρα μπαίνω στο κυρίως θέμα.

Γιατί η ευτυχία μου εξανεμίστηκε, διαλύθηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, βούλιαξε σαν να είναι ένα παλάτι από άμμο, όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου, στο οποίο τον έναν τελευταίο χρόνο μένω μαζί με τους γονείς μου (μια πικρή ιστορία που κάποτε θα γράψω σε μελλοντικό post – ίσως και το γεγονός ότι μένω μαζί τους ήταν η πραγματική αιτία που με έριξε στο blogging, ως μια προσπάθεια αυτοψυχανάλυσης, η οποία θα τελειώσει, όταν με το καλό μετακομίσω) και είδα στο σαλόνι, που βρίσκεται η μοναδική μας τηλεόραση, στην οποία θα απολάμβανα το ALIAS, να κάθονται γύρω στις 10 γυναίκες, πάνω κάτω στην ηλικία της μάνας μου (55), να μιλάνε δυνατά και να χασκογελάνε, ανάμεσα στις οποίες καθόταν μια νεαρή γυναίκα γύρω στα 35, η οποία εξηγούσε τα πλεονεκτήματα του να χρησιμοποιεί ένας καταναλωτής τις κατσαρόλες της εταιρείας που εκπροσωπούσε, σε σύγκριση ας πούμε με τις κατσαρόλες TEFAL, που δεν είναι ιδιαίτερα αντικολλητικές. Το σκηνικό του τρόμου συμπλήρωναν πολλές κατσαρόλες και διάφορα τάπερ, όλων των αποχρώσεων, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, όλων των μεγεθών, μικρά, μεγάλα, μεγαλύτερα, μικρότερα, που ήταν απλωμένα σε όλο το σαλόνι. Για μια στιγμή νόμισα ότι ήμουν εκείνος ο τύπος από την Παλαιά Διαθήκη, νομίζω Δανιήλ τον έλεγαν, που τον είχαν ρίξει στον λάκκο των λεόντων. Αλλά εκείνον τα λιοντάρια δεν τον έφαγαν (νομίζω), ενώ αυτά εδώ που καθόταν στο σαλόνι όχι μόνο θα με κατασπάραζαν, αλλά θα φτύνανε και τα κόκαλά μου κιόλας. Τις καλησπέρισα και προσπάθησα να περπατήσω γρήγορα προς το δωμάτιό μου. Φυσικά ήξερα ότι δε θα έπιανε το κόλπο. Γιατί την ανάκριση που επακολούθησε θα τη ζήλευε ακόμη και εκείνος ο ταξίαρχος Θεοχάρης του cult φωσκολικού δημιουργήματος «Καλημέρα Ζωή». Το ρόλο του Θεοχάρη ανέλαβε μια θεία μου που είχα να δω από το Δεκέμβρη, τότε που είχε έρθει στο σπίτι να ευχηθεί στον πατέρα μου: άρχισε να ρωτάει τι κάνω, πώς τα περνάω, πώς καλύπτω τον ελεύθερο χρόνο μου, πώς είναι η προσωπική και επαγγελματική ζωή κ.α που δε θυμάμαι λόγω σοκ και δέους. Το θέμα ήταν ότι οι ερωτήσεις ήταν αλλεπάλληλες, σαν ριπές οπλοπολυβόλου που δε σταματούν μέχρι να βρουν το στόχο τους. Πριν να απαντήσω σε μία, ακολουθούσε η επόμενη κ.ο.κ (και ούτω καθεξής). Εντάξει, δεν απάντησα σε όλες, αφού το έπαιξα κάπως ενοχλημένος και κουρασμένος: ένα «όρθιο κτήνος» που επιθυμούσε να ξεραθεί στον ύπνο.

Πήγα στο δωμάτιο και ξάπλωσα με τα ρούχα. Ακούγα φωνές από έξω. Η επίδειξη τάπερ ως φορέας κοινωνικοποίησης και κουτσομπολιού. Ναι, ήταν στάνταρ φαεινή ιδέα της μάνας μου. Ας γνωριστούμε λίγο καλύτερα, σκέφτηκε. Γιατί δεν κάνουμε μια επίδειξη τάπερ; Θα πούμε και τα κουτσομπολιά μας, θα πιούμε και μια γκαζόζα και θα αγοράσουμε και τάπερ. Θυμήθηκα ότι η τελευταία φορά που είχα παραστεί σε επίδειξη τάπερ ήταν πριν από πολλά χρόνια, όταν και τότε στο σπίτι είχαν έρθει κάτι κυράτσες και χαχάνιζαν ακατάπαυστα. Και από τότε δεν είχα ξανακούσει κάποιον να αναφέρει κάτι για επιδείξεις τάπερ. Μα, καλά έγιναν ξανά trendy; 80’s revival και στις συνήθειες; Ή η μάνα μου είναι τρελή; Ή και τα δύο;

Με αυτά και με τα άλλα, άλλαξα πλευρό. Στον ύπνο μου είδα ότι η Sidney με μούτζωσε, βγήκε από το αυτοκίνητο, κάποιος πήγε να τη σκοτώσει, αυτή κρύφτηκε μέσα σε ένα χωράφι με καλαμπόκια και είδε να παίρνουν τον Vaughn κάποιοι ένστολοι μέσα σε ένα ελικόπτερο. Αυτή ξέφυγε, βρήκε τον πατέρα της, έσωσε τον Vaughn, αυτός τής είπε ότι κινδυνεύει να τον σκοτώσουν οι εγκέφαλοι του Prophet Five και μετά ήρθαν στο σπίτι μου και γάζωσαν με ένα πολυβόλο όλες τις παρευρισκόμενες στο σαλόνι, γιατί ένα τάπερ ήταν χρήσιμο για την αποκωδικοποίηση του γρίφου του Rambaldi. «Nice work, Sid!»

Indeed!

Τρίτη, Μάρτιος 20, 2007

Απογευματινός καφές

Χτες τελείωσα και με τις υποχρεώσεις μου και με όλα τα άλλα τα φαιδρά. Πήγα κάτω, για να δώσω ιδιοχείρως μία από τις εργασίες μου στην επίκουρη και στο θόλο βρήκα έναν συνάδερφο. Με προσκάλεσε να πάμε για καφέ. Πήγαμε σε μία από τις τρέντυ καφετέριες που ευδοκιμούν σ’ αυτήν την πόλη. Εκεί μας περίμενε ένας φίλος του, ο οποίος ήταν ντυμμένος τρέντι (μάλλον). Βασικά η αμφίεσή του είχε πολλή πλάκα, κάτι μεγάλα γυαλιά ηλίου, ένα άσπρο μπουφάν με μία κουκούλα με κρόσια, ένα κόκκινο τζην, ένα κολιέ και ένα πρασινωπό πουκάμισο, με ανοιχτά τα 2 πάνω κουμπιά, έτσι για να φαίνεται και το δασύτριχο στήθος. Εξέπεμπε έναν αέρα χαζομάρας, όχι το ντύσιμό του (αυτό είπαμε ήταν τρέντυ). Η όλη αύρα εξέπεμπε έναν αέρα χαζομάρας. Συστηθήκαμε και έμαθα ότι δουλεύει ως μπάρμαν και ότι βγάζει 80 ευρώ τη βραδιά (λάκι γιου) και οι συζητήσεις μας περιστράφηκαν σε θέματα που με ενδιέφεραν κατά πολύ: για τη βραδινή ζωή της πόλης, για τις νέες καφετέριες που άνοιξαν, για κάποια νέα κλαμπ που θα λειτουργήσουν σε λίγες μέρες (συνειδητοποίησα ότι η τελευταία φορά που πήγα σε κλαμπ ήταν πέρυσι τον Απρίλη), για τις γκαρσόνες που παίρνουν λίγα χρήματα, για το «Μάκη» που τα χάλασε με τη «Σούλα» (ούτε το Μάκη ξέρω ούτε τη Σούλα, αλλά έμαθα ότι κεράτωναν αλλήλους) και για άλλα “φλέγοντα” θέματα της τοπικής επικαιρότητας. Μοιραία, από ένα σημείο και μετά, δε συμμετείχα στη συζήτηση. Μιλούσαν μεταξύ τους και δεν πρόσεχα τι έλεγαν. Χάζευα τον κόσμο στα γύρω τραπέζια και όλοι φαίνονταν χαρούμενοι. Αλλά νομίζω ότι όλοι ήταν φαινομενικά χαρούμενοι. Γιατί το φαίνεσθαι και το είναι σπάνια συμβαδίζουν. Αλλά και πάλι ίσως και να κάνω λάθος. Όρκο δεν παίρνω.

Ο καιρός πάντως ήταν πολύ καλός και ο φρέντο ακόμη «καλύτερος» (ήταν γευστικός, αλλά αργότερα τίμησα το WC δεόντως, αφού το γάλα που χρησιμοποίησαν ήταν μάλλον ληγμένο – λέω να καταγγείλω αυτό το συμβάν και στον Ευαγγελάτο στις «Αποδείξεις»- άσε που ήταν και πανάκριβος- μουτζώνομαι εκ των υστέρων- μα τι πληρώνω σε αυτήν την καφετέρια;- τη θέα;- όλες οι παραλιακές καφετέριες την ίδια θέα έχουν- τις καρέκλες;- όλες τις ίδιες στριμόκωλες πολυθρόνες έχουν- το feeling good; - σιγά τη διασκέδαση- το ότι αυτή μαζεύει ωραίο κόσμο- μαλακίες, εγώ δεν είδα ωραίο κόσμο, ούτε οι γκαρσόνες ήταν ωραίες – εμένα όλα ίδια μου φαίνονται και απαράλλαχτα- εδώ κυριαρχεί η ομοιομορφία και η ομογενοποίηση, άει στο διάολο πρωί πρωί, τα γράφω και τσατίζομαι). Τέλος πάντων, πλήρωσα τον καφέ και αποχαιρέτησα τα παιδιά. Φεύγοντας από το καφέ θυμήθηκα τη συζήτηση που είχα προχτές με τον ερστ. “Σε τέτοια τρέντυ μέρη μπορεί να πραγματοποιήσει κάποιος ανθρωπολογικές αναλύσεις, αρκεί να είναι χαλκέντερος”. Πάντως, δεν ξέρω αν είμαι χαλκέντερος, αλλά ξέρω ένα μόνο: ότι τα τρέντυ στέκια είναι για άλλους. Το πρόβλημα εγώ το έχω. Είπαμε, εγώ είμαι ο παράξενος της υπόθεσης. Αλλά και πάλι ίσως και να κάνω λάθος. Όρκο δεν παίρνω.

Αν και θα’ πρεπε.

Κυριακή, Μάρτιος 18, 2007

Scorched Earth

Η αλήθεια είναι ότι κοιμάμαι πολύ βαρια. Το 1980 δεν κατάλαβα το σεισμό που ταρακουνούσε το κρεβάτι μου, αφού κοιμόμουν του καλού καιρού, και μόνο όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί και είδα τους σοβάδες που είχαν βάψει άσπρη την κουβέρτα μου, συνειδητοποίησα ότι ο Εγκέλαδος είχε κάνει πάρτι στη Μαγνησία. Θυμάμαι επίσης που πριν από 12 χρόνια, όταν είχε ξεσπάσει πυρκαγιά σε ένα διαμέρισμα του 6ου ορόφου, εγώ απλώς έτυχε να πληροφορηθώ το συμβάν το απόγευμα της επόμενης ημέρας από μια γειτόνισσα. Ευτυχώς ο ένοικος γλίτωσε με κάποια εγκάυματα. Είχα τρομάξει γιατί την ίδια ώρα που καιγόταν το διαμέρισμα, εγώ έβλεπα όνειρα στο δικό μου διαμέρισμα στον 3ο, αλλά αυτό το συναίσθημα που μου προκάλεσε ένα μούδιασμα στο δεξί πόδι το ξεπέρασα σύντομα, την ώρα δηλαδή που αλλάξαμε θέμα συζήτησης με την κουτσομπόλα τη γειτόνισσα.

Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια: παράτησα την πόλη και εγκαταστάθηκα σε ένα μικρό χωριό, πιο πολύ γιατί οι αστικοί ρυθμοί με είχαν κουράσει και αναζητούσα νεκρική ηρεμία. Απλά αυτά τα περιστατικά τα θυμήθηκα σήμερα, γιατί το πρωί, αφού πλύθηκα, ξυρίστηκα, ντύθηκα και βγήκα έξω, παρατήρησα κάποιες διαφορές στο χτεσινό τοπίο: τα δέντρα που μέχρι χτες ήταν ανθοφορήσει εξαιτίας της πρόωρης καλοκαιρίας είχαν καεί και στη θέση τους έστεκαν κάποιοι μαύροι κορμοί που ακόμη σιγοέκαιγαν. Το πράσινο βουνό είχε μαυρίσει, έμοιαζε περισσότερο με ένα τέρας που είχε γίνει μαύρο από την οργή του. Οι γραφικοί δρόμοι ήταν στολισμένοι με χαλάσματα και ερείπια. Άδειοι και ερημωμένοι. Οι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί, τα σπίτια είχαν όλα καταστραφεί, δε μπορούσα να δω κανέναν, όλοι είχαν εξαφανιστεί, δεν ακουγόταν τίποτα, νεκρική σιγή, μόνο λίγες κατσαρίδες κυκλοφορούσαν στην αυλή. Και ο ουρανός δεν ήταν μπλε. Ίσως να μην υπάρχει καν ουρανός, γιατί είναι τόσο μαύρος που νομίζω ότι και αυτός έχει καεί. Σιγουρεύτηκα ότι είχε γίνει πυρηνική έκρηξη, γιατί κάπου είχα διαβάσει ότι οι κατσαρίδες επιβιώνουν από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα. Μα εγώ ευτυχώς ήμουν αρτιμελής. Μα πώς είχε συμβεί αυτό; Αφού δεν ήμουν κατσαρίδα, πώς είχα επιβιώσει; Αυτό που μου προκάλεσε περισσότερο εντύπωση ήταν η αντίθεση στο όλο σκηνικό. Ενώ όλα είχαν καταστραφεί, το σπίτι μου δεν είχε πάθει την παραμικρή ζημιά, η αυλή ήταν πράσινη και οι γλάστρες με τα λουλούδια ήταν ακόμη εκεί. Το ξάφνιασμα διαδέχτηκε η χαρά. «Ωραία, δε θα χρειαστεί σήμερα να τρέχω στη δουλειά. Θα κάτσω σπίτι και θα δω τηλεόραση», σκέφτηκα. Φυσικά η τηλεόραση δε λειτουργούσε. Ούτε κάποια άλλη ηλεκτρική συσκευή. Ούτε το τηλέφωνο. Όχι ότι θα το χρησιμοποιούσα, αλλά ίσως και να έκανα μια προσπάθεια να τηλεφωνήσω σε κάποιους φίλους. Καλύτερα, λοιπόν, να είμαι μόνος, ας είμαι ο μοναδικός επιζών από την πυρηνική έκρηξη. Προσπάθησα να θυμηθώ κάτι από το χτεσινό βράδυ. Αλλά δε θυμόμουν τίποτα. Κοιμόμουν βαριά.

Μετά από 2 μέρες ησυχίας και ύπνου με κυρίευσε το αίσθημα της πείνας. Ευτυχώς είχα κάποια φαγώσιμα στο ψυγείο. Στην αρχή έφαγα αυτά που είχαν κάπως διατηρηθεί, αργότερα έφαγα και τα μουχλιασμένα τρόφιμα. Αργότερα άρχισα να τρώω κατσαρίδες. Τις σκότωνα και τις έτρωγα σαν σνακ. Κάπως κάλυπταν την πείνα μου. Ευτυχώς το πηγάδι της αυλής έβγαζε ακόμη νερό και ξεδιψούσε τις απορίες μου.

Εδώ και τρία χρόνια δεν έχω ανοίξει το στόμα μου, αφού δεν έχω να μιλήσω σε κάποιον και έχω ξεχάσει τη φωνή μου. Αλλά και πάλι δεν αισθάνομαι μόνος, μάλλον το συνήθισα. Όλα συνηθίζονται, ειδικά όταν είναι παγιωμένα μέσα σου.

Σήμερα το πρωί άρχισα να νιώθω λίγο παράξενα. Καλή και η μοναξιά, αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να την αντέξει για μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιος άνθρωπος. Αλλά και πάλι δεν ξέρω πλέον αν είμαι άνθρωπος.

Πηγαίνω τώρα στο καρβουνιασμένο ύψωμα και θέλω να φωνάξω. Προσπαθώ αλλά η φωνή δε βγαίνει, έχω βραχνιάσει. Προσπαθώ και πάλι. Τίποτα. Και πάλι. Η φωνή κάπως βγαίνει, ο λαιμός μου με πονά. Ξανά. Ακούγομαι κάπως. Ουρλιάζω. Αλλά δεν ξέρω αν ακούγομαι. Θα βάλω τα δυνατά μου. Ξελαρυγγιάζομαι.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ».

Και τότε ο ουρανός γίνεται μπλε, τα λουλούδια ξανανθίζουν, τα μαύρα κουφάρια των δέντρων εξαφανίζονται και στη θέση τους μπαίνουν νέα πράσινα δέντρα, το γρασίδι ξαναβγαίνει στη Γη, τα σπίτια επανασυναρμολογούνται, τα ερείπια και τα χαλάσματα ανεβαίνουν προς τον ουρανό, κάποια σκυλιά ακούγονται να γαβγίζουν, κάποιοι άνθρωποι εμφανίζονται δειλά από κάπου και ο ήλιος φέγγει ξανά και φωτίζει το νεκρικό προσωπό μου.

Όμως τώρα είναι που αισθάνομαι περισσότερο μόνος από ποτέ.

Τετάρτη, Μάρτιος 14, 2007

Πήξη


Είμαι πηγμένος και δυστυχώς ή ευτυχώς τα μόνα πράγματα που μπορώ να κάνω αυτές τις μέρες είναι να κοιτάω τα προηγούμενα ξερατά μου, να ακούω το “Home” των Depeche Mode ( God send the only friend I call mine/ Pretend that Ill make amends the next time/ And I thank you for bringing me home/ For singing these tears/ Finally I ‘ve found that I belong here), να προσπαθώ να κατεβάσω ιδέες για τον τίτλο και για θέματα του νέου περιοδικού με ιστορικά θέματα που λέμε να στήσουμε σε λίγο καιρό (καλύτερα να ανοίγαμε ένα μπλογκ), να προσπαθώ εναγωνίως να προλάβω κάποιες «νεκρές γραμμές» (πώς οι μύθοι των βρικολάκων προάγουν άραγε την κοινωνική συνοχή; - ο «Όμηρος» είναι αντιπροσωπευτική ταινία για να γράψει κανείς για τους μετανάστες ή να προτιμηθεί «Η άκρη της πόλης» στα πλαίσια της διαλογικής σχέσης κινηματογράφου-κοινωνίας ; ), να χασκογελάω με τα δελτία ειδήσεων και να αγχώνομαι για άλλα θέματα που μου φαίνονται αστεία, την ώρα που άλλοι αναπνέουν δακρυγόνα και μάχονται για κάτι καλύτερο. (This fire is out of control/ I am gonna burn the city, burn the city).

Και έχω και μια πρόσκληση από την atg που οφείλω να εκπληρώσω, έστω και με τον παρακάτω τρομερά πρόχειρο τρόπο. Είπαμε, πήξη. «Είδε τη φωτογραφία που είχε στο πορτοφόλι του. Πήρε την τηλεκάρτα και πετάχτηκε με το ποδήλατό του μέχρι τον θάλαμο. Κάλεσε το νούμερό της, αυτή απάντησε, άκουσε τη φωνή της και το κλείσε. Ακολουθούσε αυτό το τελετουργικό της μαλακίας για πάνω από ένα μήνα. Στο σπίτι φαντάστηκε ότι αυτή ήταν η γνωστή τραγουδίστρια Πίσση και ότι τη γαμούσε, αλλά βέβαια το μόνο που κατάφερε ήταν να λερώσει το σεντόνι. Τίτλος ιστορίας: πεντάγραμμο».

Στο μπλογκ του Στράτη έγραψα και τις 7 αγαπημένες μου ταινίες. Ίσως στο μέλλον να γράψω εδώ τις 7 ταινίες που μου προκάλεσαν νύστα, έτσι για να κάνω και κάτι καλό στη ζωή μου: δηλαδή να συμβάλω στην αντιμετώπιση της αϋπνίας που ταλαιπωρεί κάποιους φίλους και κάποιες φίλες ιστολόγους.
Αυτά.

Και μετά από όλες αυτές τις άχρηστες πληροφορίες της ημέρας, είστε από μένα ελεύθεροι. Κάντε κλικ αλλού.

Κυριακή, Μάρτιος 11, 2007

Συν 3

Έχω ήδη ξυπνήσει πριν χτυπήσει το ρολόι. Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα ότι με αγκάλιαζε εκείνη, ότι είχαμε παντρευτεί και ότι είχαμε 3 παιδιά. Λυπήθηκα που ξύπνησα. Τώρα είμαι ξαπλωμένος και προσπαθώ να κοιτάξω καθαρά στο σκοτάδι. Μια ακτίνα φως περνάει τα στόρια, μπαίνει στο δωμάτιο, χτυπάει στο κρεβάτι και φωτίζει τη γυναίκα που κοιμάται δίπλα μου. Ακόμη και τώρα δε μπορώ να απαντήσω με σαφήνεια στην ερώτηση αν η ζωή μου ακολούθησε τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων ή αν ήταν ένα κακής ποιότητας προϊόν συμβιβασμού. Αυτό όμως που τώρα μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι πρέπει να σηκωθώ από το κρεβάτι, να ετοιμαστώ για να μη φτάσω πάλι αργοπορημένος στο γραφείο, όπως συνηθίζω την τελευταία εβδομάδα. Σηκώνομαι αθόρυβα για να μη την ξυπνήσω, γιατί την τελευταία φορά που την ξύπνησα μου ζήτησε λεφτά να πάει να αγοράσει ρούχα και καλλυντικά. Ντύνομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ με τη «στολή εργασίας» και κατευθύνομαι στο σαλόνι. Οι πρωινές ενημερωτικές εκπομπές αναπαράγουν τα ρεπορτάζ από τα χτεσινοβραδινά δελτία ειδήσεων: η κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει μια κάποια λύση στο ασφαλιστικό πρόβλημα, οι φοιτητές αντιδρούν με εβδομαδιαία συλλαλητήρια για τον αισχρό νόμο-πλαίσιο, οι παπάδες και οι άλλες συντηρητικές δυνάμεις βρίζουν τους ιστορικούς για το νέο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, η Λάμπρου λοιδωρεί τη Μπεζαντάκου και η αγωνία για τον επερχόμενο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον έχει χτυπήσει, λένε, κόκκινο. Η αγωνία μου πάλι η δικιά μου είναι να μη βρω κίνηση στο δρόμο. Βγαίνω έξω στο διάδρομο, η κυρία Μέλπω έχει ήδη καλέσει το ασανσέρ. Την ώρα που εύχομαι να μην αρχίσει πάλι τη γκρίνια για την υγεία της, που συνεχώς επιδεινώνεται, με καλημερίζει και αφού της την ανταποδίδω λέει: «Αχ, παιδί μου, πάλι χάλια είμαι. Δεν μπόρεσα καθόλου να κοιμηθώ. Έπαθα κράμπα και μούδιασε όλο το πόδι μου. Εσύ καλά; Η γυναίκα σου;». Δεν μπόρεσα να απαντήσω στην ερώτησή της αν η γυναίκα μου και εγώ είμαστε καλά, γιατί είχα κολλήσει στο ρήμα που επέλεξε η Μέλπω: ----...μούδιασε...-----.

Η οδήγηση προσφέρεται για πολλές σκέψεις, ειδικά όταν κινείσαι σημειωτόν, όταν έχεις κλειστό το ραδιόφωνο γιατί οι παλιοί αγαπημένοι σου ραδιοφωνικοί σταθμοί έχουν αγοραστεί από ξένες πολυεθνικές εταιρείες και παίζουν μόνο μουσική απόλυτα σύμφωνη με τα επιβεβλημένα εξ άνωθεν playlist και όταν κυρίως μια γειτόνισσά σου έχει χρησιμοποιήσει ένα ρήμα που εσύ αποφεύγεις να χρησιμοποιήσεις, γιατί σου θυμίζει οικεία και ρομαντικά κακά. Γιατί το ρήμα «μουδιάζω» μου θύμισε καταστάσεις που τις είχα εξοβελίσει από το μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό. Το μπλογκ μου, το προσωπικό μου ιστολόγιο, στο οποίο έγραφα τις σκέψεις μου, τις ανησυχίες μου, τα ανοσιουργήματά μου: το «numb in volos 2006», που μια ωραία μέρα, αφού το διέγραψα, το πέταξα στον ιντερνετικό κάλαθο των αχρήστων να πάει να συναντήσει τόσα άλλα πεταμένα ιστολόγια και να κάνουν παρέα μαζί με όλα τα άλλα διαδικτυακά απόβλητα. Τώρα ακινητοποιημένος μέσα στο αυτοκίνητο μαζί με όλους τους άλλους αργοπορημένους, προσπαθώ να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης μου, μήπως και καταλάβω το λόγο για τον οποίο είχα αντιδράσει έτσι σπασμωδικά.

Τότε βέβαια η κίνηση μόνο σπασμωδική δε μου είχε φανεί, άσχετα αν ήξερα ότι η «σπασμωδικότητα» και η κυκλοθυμία είναι δυο εγγενή χαρακτηριστικά της φύσης μου, δηλαδή όχι μόνο δικά μου, μάλλον όλων των Υδροχόων, αλλά τέλος πάντων αυτό είναι φαντάζομαι άλλη ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε καν εμένα, που δεν πιστεύω στα ζώδια και στις καρμικές μπουρδοανησυχίες, αλλά προσπαθώ εκ των υστέρων να βρω ερείσματα στα άστρα και στις αμπελοφιλοσοφίες περί πεπρωμένου και κισμέτ. Ναι, το κισμέτ, ωραίο μπαρ στο Βόλο, αλλά έκλεισε νωρίς, δε το χάρηκα όσο ήθελα. Ο Βόλος, ναι, ωραία πόλη, αλλά οι άνθρωποι εκεί είναι παράξενοι. Ναι, οι άνθρωποι είναι παράξενοι, όχι μόνο στο Βόλο, παντού παράξενοι είναι. Ναι, οι συνειρμοί, ναι, ο Τζόις, ναι έχω διαβάσει ολόκληρο τον «Οδυσσέα», δίνω και αυτόγραφα αμά λάχει να ούμε. Ναι, οι παρενθέσεις, ένα σιντί του εξαιρετικού ισλανδικού συγκροτήματος Sigur Ros, είχε για τίτλο μια παρένθεση. Ναι, όταν οδηγώ ή όταν προσπαθώ να οδηγήσω, ξεφεύγω από το θέμα, πάλι καλά που δεν ξεφεύγω και από το δρόμο. Όχι ότι δεν έχω ξεφύγει κάποιες φορές, αλλά αυτά γινόταν παλιότερα όταν οδηγούσα under the influence, αλλά ευτυχώς τη γλίτωνα με λίγες γρατζουνιές και ελαφρές διασείσεις. (Αχά!)

Θυμάμαι, λοιπόν, εκείνο το διάστημα, πότε ακριβώς ήταν δε μπορώ να πω με σιγουριά - μάλλον αρχές του 2008 - που αισθανόμουν ότι το προσωπικό μου μουδιασμένο ιστολόγιο, είχε κάνει τον κύκλο του. Στερεοτυπικό μεν, αληθές δε. Πάντα σπαζόμουν όταν άκουγα φίλους να λένε ότι χώρισαν με το ταίρι τους, επειδή η σχέση είχε «κάνει τον κύκλο» της, γιατί είχα την εντύπωση ότι αν έχεις βρει κάποιον με τον οποίο ταιριάζεις η ευτυχία θα είναι αθάνατη. Εντάξει, ο όρος «σχέση- κύκλος» για να περιγράψει τη σχέση κάποιου με το ιστολόγιό του είτε είναι αδόκιμος είτε παραπέμπει στην αυτοερωτική ασφυξία, οπότε μάλλον οφείλω να διασαφηνίσω τι εννοώ. Αισθανόμουν άδειος. Οτιδήποτε είχα να πω το είχα ήδη γράψει. Δε μπορούσα πλέον να εκφραστώ. Δε μπορούσα να γράψω κάτι νέο. Οι δοκιμές και οι λεκτικές ακροβασίες ήταν χάλια. Η έμπνευση είχε μετακομίσει αλλού. Είχα βαρεθεί. Άσε που από ένα σημείο και μετά επαναλάμβανα τα ίδια και τα ίδια. Δεν είχα να πω τίποτα. Αναπόφευκτα έκανα και τις συγκρίσεις με άλλα ιστολόγια. Υπήρχαν πολιτικά μπλογκ με εξαιρετικές πολιτικές αναλύσεις, λογοτεχνικά μπλογκ με εξαιρετικά λογοτεχνήματα, κουτσομπολίστικα μπλογκ με εξαιρετικά ξεκατινιάσματα, αλλά δυστυχώς το δικό μου δεν ανήκε πουθενά. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και πολύ χρόνο να ασχοληθώ με το μπλογκ, λόγω της δουλειάς και λόγω της σχέσης μου, αλλά υποθέτω ότι και να είχα χρόνο, πάλι δε θα είχα τη διάθεση. Είχα εμπλακεί και σε κάποια ξεκατινιάσματα και γω και αυτό είχε χαλάσει τη διάθεσή μου ακόμη περισσότερο. Γι αυτό, μια ωραία πρωία, μπήκα στο μπλογκ μου, μπήκα στο dashboard, πάτησα το delete και τέλος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αποφάσισα ότι δε θα ξαναδιαβάσω ποτέ τα αγαπημένα μου ιστολόγια και ότι δε θα απαντήσω σε mail που ενδεχομένως μπορεί και να μου έστελαν φίλοι που είχα γνωρίσει μέσα από αυτά τα ηλεκτρονικά περιβάλλοντα διαλόγου.

Στην αρχή όλα ήταν καλά και εξακολούθησαν να είναι. Το μόνο παράξενο που έκανα ήταν που ξύρισα το κεφάλι μου, κάτι που τώρα το συνδέω με το avatar που χρησιμοποιούσα τότε, εκείνο από το «Stalker» του Ταρκόφσκι, που απεικόνιζε εκείνον τον ξυρισμένο που καθοδηγούσε τους άλλους δυο στη «Ζώνη». Επίσης, απέφευγα να χρησιμοποιώ τη λέξη «μούδιασμα» και όλα τα παράγωγά του και θυμάμαι που όταν το πόδι μου μούδιαζε καμιά φορά, έλεγα ότι το πόδι μου με πονάει, ενώ απέφευγα να ακούω τραγούδια, των οποιων οι στίχοι είχαν τη λέξη «numb».

Το πιο παράξενο ήταν ένα όνειρο που είχα δει δυο μήνες αφ’ ότου έσβησα το ιστολόγιο, ένα όνειρο που τότε δεν είχα καταλάβει τι μπορεί και να σήμαινε, αλλά τώρα μπορώ να το αποκωδικοποιήσω επαρκώς. Είχα ξαπλώσει κάτω από τα σκεπάσματα, είχα κλείσει τα μάτια και είχα αποκοιμηθεί. Ξύπνησα και άρχισα να τρέμω σύγκορμος. Ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο και μου έτσουζε το πρόσωπο. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα έναν τύπο να κοιτάει προς το μέρος μου και να γελάει. Ήξερα ότι δεν υπήρχε. Τότε εμφανίστηκε και μια κοπέλα με κόκκινα δάκρια και κάτι μου είπε που δεν κατάλαβα. Άκουσα τότε το θόρυβο μιας μηχανής. Ο παράξενος τύπος και η κοπέλα εξαφανίστηκαν και ένας μηχανόβιος ήρθε γκαζώνοντας προς το μέρος μου και με χτύπησε με μια σιδηρόβεργα. Όταν συνήρθα, άνοιξα τα μάτια μου και είδα ότι πάνω στο γαλάζιο ουρανό, έναν ουρανό που παρέπεμπε στον παράδεισο, πετούσε ο Superman. Κάτω από ένα δέντρο καθόταν ένας τύπος που έπαιζε κιθάρα, μια κοπέλα ντυμμένη στα άσπρα, ένας άντρας με ένα μαύρο καπέλο στο πρόσωπό του, μια γυναίκα πίσω από ένα συρμάτινο πλέγμα, ένα καρτούν που κάπνιζε ένα τσιγάρο, ένα άλλο γιαπωνέζικο manga και όλοι μαζί κοιτούσαν ένα πορτοκαλί λουλούδι και 3 πεταλούδες που πετούσαν προς τον ουρανό. Προς το μέρος μου ήρθαν δυο γάτες, η μία μου μίλησε με αντρική και η άλλη με γυναικεία φωνή. Άρχισα να τρέχω και έφτασα σε μια συναυλία που ένας φώναζε «αντισταθείτε», αλλά στο στάδιο ήμουν μόνο εγώ, μια φωτογραφία ενός κάδρου και μια κοπέλα με 60s αισθητική. Βγήκα από το στάδιο, έβρεχε καταρρακτωδώς, είδα έναν να βρέχεται και να χαίρεται και έπεσα πάνω στον «Χοντρό και το Λιγνό». Τότε ο λιγνός μου είπε: «Ξύπνα μαλάκα». Ξύπνησα κάθιδρος, αλλά ξανακοιμήθηκα σχετικά σύντομα. Την επόμενη μέρα σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να ξαναφάω μουσακά πριν κοιμηθώ, γιατί τελικά μου πέφτει βαρύς.

Και σήμερα η κυρα- Μέλπω μου θύμισε όλα αυτά. Τελικά το αποφάσισα. Όταν με το καλό φτάσω στο γραφείο, θα ζητήσω συγγνώμη για την αργοπορία μου, θα μπω στο μπλογκσποτ και θα φτιάξω ένα νέο μπλογκ. Δεν ξέρω πώς θα το ονομάσω, ίσως numb 2010, θα δω. Θα ψάξω να βρω ποιοι έχουν μείνει από τους παλιούς φίλους. Λογικά οι περισσότεροι δε θα είναι εκεί. Θα έχουν σταματήσει να ασχολούνται με τα ιστολόγια. Κάπου διάβασα ότι έχουν ανοίξει γύρω στα 150.000 ελληνικά ιστολόγια, έχουν γίνει η νέα φοβερή μανία των Ελλήνων. Θα μπω λοιπόν στον υπολογιστή, σήμερα Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010 και θα φτιάξω ένα νέο. Και αυτή τη φορά θα το κρατήσω για πάντα. Ή έτσι νομίζω.

(συνεχίζεται την Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010)

Παρασκευή, Μάρτιος 09, 2007

Μείον 3

Είμαι στα «Έβερεστ» στα ΚΤΕΛ της Θεσσαλονίκης και χαζεύω τον κόσμο. Όλοι τρέχουν σαν να θέλουν να ξεφύγουν από κάτι, σαν να θέλουν να αφήσουν κάτι πίσω τους ή σα να θέλουν να βρουν κάτι καλό μπροστά τους, μάλλον το ίδιο είναι υποθέτω. Θυμάμαι τους στίχους από ένα τραγούδι που λέει «κόσμος πάει κι έρχεται και πουθενά δε φτάνει» και χαμογελώ, γιατί οι συνειρμοί αφήνουν μια πικρή αίσθηση στο στόμα, πιο πικρή και από το 6ο gauloises που καπνίζω μέσα σε διάστημα μιας ώρας. Γιατί ξέρω ότι και γω τρέχω και θα τρέχω, αλλά δυστυχώς γνωρίζω εκ των προτέρων ότι για τους επόμενους μήνες ο προορισμός θα είναι πάντα ο ίδιος. Έρχεται ένα πρεζόνι και μου ζητάει ένα ευρώ, είμαι κάθαρμα και του χαρίζω ένα δίευρω, παρ’ όλο που ξέρω ότι η ψυχική ηρεμία εξαργυρώνεται μόνο για λίγο με το χρήμα. Δίπλα μου κάθεται ένα ζευγάρι. Νομίζω ότι η κοπέλα κλαίει, αλλά είμαι τόσο διακριτικός που δε θέλω να κοιτάξω. Το δικό μου το βλέμμα είναι στραμμένο στο δάπεδο και μετράει τις πατημένες τσίχλες. Δε θέλω να κοιτάξω ψηλά, αφού ο θόλος με τρομάζει και νομίζω ότι δεν έχω τη δύναμη να κοιτάξω ψηλά, γιατί θα ζαλιστώ. Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν έχω το δικαίωμα να κοιτάξω ψηλά, γιατί εδώ και κάμποσο καιρό πρέπει να πατάω στο έδαφος και ακόμη παρακάτω, για να αντέχω και να είμαι ψύχραιμος: το ψηλά παραπέμπει σε όνειρα και ευχές και αυτά τώρα μόνο κακό θα μου έκαναν.
Κοιτώ το ρολόι μου, έφτασε η ώρα. Προχωρώ με πολύ αργά βήματα προς το λεωφορείο, τοποθετώ το σάκο στα έγκατα του οχήματος, ελέγχει ένας τύπος το εισιτήριο και πάω στις τελευταίες θέσεις να καθήσω. Παλιότερα δε μπορούσα να κοιμηθώ στα λεωφορεία, αφού οι θέσεις παραήταν για μένα άβολες. Τώρα το μόνο που θέλω είναι να ξεραθώ στον ύπνο, να περάσει η ώρα και να φαγωθούν τα χιλιόμετρα και να μην ξυπνήσω ποτέ. Ο οδηγός βάζει μπροστά και έτσι ξεκινάει άλλη μια βασανιστική διαδρομή. Δίπλα μου κάθεται ένας ομοιοπαθής, έχει όρεξη για κουβέντα, αλλά δεν μπορώ να πιάσω άλλη μια βαρετή συζήτηση, γιατί ξέρω εκ των προτέρων πού θα καταλήξει. Ακούω τη δική μου μουσική από το παλιό γουόκμαν και προφασίζομαι νύστα.
Το λεωφορείο βγαίνει στην εθνική και αρχίζω να μετράω πότε τις κολώνες και πότε τις διακεκομμένες λωρίδες κυκλοφορίας. Εδώ οι οδηγοί μπορούν να αναπτύξουν ταχύτητα, αλλά εγώ εύχομαι να πάει ο οδηγός όσο πιο αργά γίνεται ή ακόμα καλύτερα να μη φτάσει ποτέ εκεί που πρέπει να φτάσει. Εύχομαι ο τελικός προορισμός να είναι μια κολώνα ή ακόμη καλύτερα ένας γκρεμός. Στα αυτιά μου ψιθυρίζει ο Θάνος για «το τελευταίο ποτό με το διάβολο», επαναφέρω στο μυαλό μου κάποια ωραία στιγμιότυπα των προηγούμενων ημερών και γλαρώνω.
Το πρώτο πράγμα που βλέπω όταν ανοίγω τα μάτια μου είναι το άσπρο κάλυμμα της θέσης μου. Αισθάνομαι ένα βάρος στο στήθος μου. Δεν είναι το συνηθισμένο βάρος που νιώθω τον τελευταίο καιρό. Οι πέτρες τώρα είναι ακόμη πιο ασήκωτες. Είναι ο διπλανός μου που κοιμάται και έχει γείρει το κεφάλι του στο στήθος μου. Παραμιλάει. Κάτι λέει για τη μάνα του και πόσο τού λείπει. Αν συνέβαινε αυτό σε κάποιον άλλο θα είχα ξεκαρδιστεί στα γέλια, αλλά τώρα είμαι ένα βήμα μετά την κατάθλιψη και είναι δύσκολο να αντιδράσω. Δεν τον σκουντάω, μάλλον με έχει πιάσει το πατρικό ένστικτο, τον αφήνω να κοιμηθεί, είναι και πολύ μικρότερος από εμένα, μάλλον έχει περισσότερο ανάγκη τον ύπνο. Τον ακούω να λέει: «Θα τελειώσει και θα έρθω να σε βρώ. Μου λείπεις μαμά». Βουρκώνω. Βγάζω τα ακουστικά και μετά από κάποια λεπτά τον ξυπνάω. Φίλε μου, φτάσαμε, δυστυχώς.
Σηκώνομαι και βγαίνω έξω. Ψοφόκρυο, εδώ ο Μάρτης είναι και γδάρτης και παλουκοκάφτης. Παρά το κρύο περπατώ με αργά, σχεδόν μηχανικά, βήματα προς την πιάτσα των ταξί. Το τζαμί στέκεται επιβλητικό πάνω από την κεντρική πλατεία. Κάπου είχα διαβάσει ότι είναι το μεγαλύτερο των Βαλκανίων. Αλλά δε με ενδιαφέρει. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να σταματήσω το χρόνο. Φτάνω στην πιάτσα, αλλά τα ταξί είναι αλλού, αφού και οι ταρίφες είναι άνθρωποι και έχουν δικαίωμα στον ύπνο. Πού να φαντάζονταν ότι θα τους χρειαζόμουν 5 η ώρα το πρωί; Απέναντι από την πιάτσα βρίσκεται ένας φούρνος. Ευτυχώς είναι ανοιχτός. Μπαίνω μέσα και εξηγούμαι καθαρά: «Χαίρομαι που έχετε ανοιξει. Το κρύο δεν αντέχεται. Φέρτε μου κάτι να φάω». Ο φούρναρης χαμογελάει και κάτι μου λέει για την πόλη του. Δε θυμάμαι τι άλλο μου λέει, αφού είμαι ακόμη στο μεταίχμιο μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Βλέπω τότε ένα ταξί. Μου κόβονται πάλι τα πόδια. Γιατί ρε φίλε; Γιατί ήρθες; Γιατί το κάνες αυτό; Πάω στο ταξί, φορτώνω τον σάκο και λέω πού θέλω να πάω. Θα ήθελα να πω ότι θέλω να πάω στο διάολο και ακόμη παραπέρα, αλλά είμαι μουδιασμένος από το κρύο και από όλα αυτά που έχω να αντιμετωπίσω και λέω απλά: «Καλημέρα». Ο ταξιτζής έχει όρεξη για κουβέντα, κάτι λέει για το χρόνο και εγώ τον ακούω. Εύχομαι να μπορούσα να σταματήσω και την λογοδιάρροιά του, αλλά και τον χρόνο, να πάγωνα τη στιγμή, να έμενα έτσι ακίνητος για πάντα, μετέωρος, να βγω έξω από το ταξί, να κοιτάξω για λίγο τον εαυτό μου, να τον μουτζώσω, να τρέξω πίσω, να μπω σε ένα άλλο λεωφορείο, να μιλήσω με τον διπλανό μου, να απολαύσω τις εικόνες της επιστροφής, να φτάσω στα ΚΤΕΛ της Θεσσαλονίκης, να πάω μόνος μου για καφέ στην παραλία, να βρω όσους από τους φίλους μου έχουν απομείνει εκεί, να τους αγκαλιάσω, να πάρω ένα αυτοκίνητο και να οδηγήσω με 200 στην εθνική προς το Βόλο, να γίνω τύφλα από τα τσίπουρα, να πάω σπίτι μου, να δω τους δικούς μου και να ρουφήξω όλες, μα όλες, τις καλές στιγμές μαζί τους. Αλλά αυτά δε γίνονται. Στο ραδιόφωνο ακούγεται ένας που τραγουδάει «Χαλαρά, η ζωή είναι ωραία, χαλαρά» και θυμώνω τόσο, που αν τον είχα μπροστά μου θα τον σκότωνα με μαρτυρικό τρόπο. Γιατί τώρα αυτό που θέλω να ακούσω είναι το «αν είσαι μονος, αν είσαι αδύναμος η χαραυγή θα σε ξεκάνει». Έξω χαράζει, μέσα νυχτώνει και θα νυχτώνει και θα νυχτώνει. Για έναν απροσδιόριστο λόγο, όταν βλέπω μπροστά μου το άγριο τοπίο με τα εκατοντάδες φώτα φέρνω στο μυαλό μου τους στίχους του Σαχτούρη: «Δεν έχω γράψει ποιήματα/ μέσα σε κρότους/ μέσα σε κρότους/ κύλησε η ζωή μου. Δεν έχω γράψει ποιήματα/ δεν έχω γράψει ποιήματα/ μόνο σταυρούς/ σε μνήματα/ καρφώνω».
Φτάνουμε απ’ έξω. Τα εκατοντάδες φώτα σβήνουν. Κάποιος να ανάψει το σκοτάδι. Ξημερώνει η 10η Μαρτίου του «σωτηρίου» έτους 2004 μ.Χ.

Τετάρτη, Μάρτιος 07, 2007

Τηλεοπτικές περιπέτειες

Πολλοί λένε ότι η ελληνική τηλεόραση είναι για τον πούτσο. Δε συμφωνώ απόλυτα με αυτήν την άποψη. Για να είμαι ειλικρινής δε βλέπω πολύ τηλεόραση φέτος, την έχω βαρεθεί. Αλλά εντάξει, άνθρωπος είμαι, δεν μπορώ να μη βλέπω και καθόλου. Η αλήθεια είναι ότι δε με ενοχλούν τα προγράμματα και τα τηλεοπτικά προϊόντα. Στην τιβί μπορεί κανείς και να δει και αξιόλογα πράγματα, κυρίως στα κρατικά κανάλια, χωρίς να εννοώ βέβαια την Άννα και την Μπήλιω. Ο καθένας μπορεί να δει αυτό που του αναλογεί. Το θέμα είναι πώς χειρίζεται κάποιος το τηλεκοντρόλ. Πάντως, το μόνο βέβαιο είναι ότι αν η τηλεόραση είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, εγώ 1000 φορές προτιμώ να είμαι στο περιθώριο.

Τέλος πάντων, το νέο στοιχείο που μου προκαλεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά είναι τό ότι εδώ και αρκετό καιρό σε μερικά προγράμματα που βλέπω πάνω στο ζάπινγκ, τυχαίνει να εμφανίζονται μερικοί γνωστοί μου. Μάλιστα έχω σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η δική μου η γενιά, που γαλουχήθηκε με τα ιδιωτικά κανάλια, είναι η γενιά των τηλεοπτικών ψώνιων, που διψούνε για αυτά τα 15 λεπτά γαμημένης δημοσιότητας που λένε ότι αναλογούν σε καθέναν από εμάς. Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος. Χτες έτυχε να πετύχω αυτό το νέο χορευτικό ριάλιτι στο οποίο κριτές είναι η Μαρίνα Κουντουράτου από τους «Δυο ξένους», ο πρώην διευθυντής του «Fame Story» και ένας άλλος πολλά βαρύς και όχι. Είναι οι αυστηροί κριτές που λένε την αποψή τους σε κάτι παιδάκια που διαγωνίζονται με χορευτικές ταρζανιές διεκδικώντας μια θέση στον ήλιο, δηλαδή μια υποτροφία σε μια ακαδημία χορού και τα 15 λεπτά διασημότητας. Ένας από τους «υποψηφίους» ήταν ένας τυπάκος που ήμασταν μαζί στον στρατό, πάνω στο Λαγό. Και τι δεν έκανε: και συνέντευξη έδωσε, και φιγούρες έκανε, και τρέλα πούλησε, και δήθεν στιλ είχε, αλλά στο τέλος τον κόψανε. Αυτός μετά βγήκε από την αίθουσα και δήλωσε φυσικά στην κάμερα: «Εντάξει, όλα καλά». Βασικά, χάρηκα που είναι καλά, γιατί είχα και καιρό να τον δω και έτσι δε θα χρειαστεί να του τηλεφωνήσω κιόλας. Πριν από μια βδομάδα έτυχε να χαζέψω ένα τηλεπαιχνίδι, που το παρουσιάζει ένας-και καλά- ψυχρός παρουσιαστής, που δίνει κάτι φακέλους και ο παίχτης στο τέλος κερδίζει το περιεχόμενο των φακέλων, που μπορεί να είναι μέχρι 200.000€! Ναι, είναι πολλά τα λεφτά. Στο εν λόγω παιχνίδι πήρε μέρος ένας συμφοιτητής μου από την Κομοτηνή, που και αυτόν είχα καιρό να τον δω και χάρηκα που είναι καλά, αλλά χάρηκα που στο τέλος έχασε όλα τα λεφτά του, αφού έπεσε πάνω στον κακό φάκελο που το περιεχόμενό του είναι «-100%». Δεν έχει ανάγκη αυτός από λεφτά, είπα, πλούσιος είναι από ότι θυμόμουν. Και πριν από κανά δίμηνο χάζευα μια ξένη ταινία και όταν αυτή διεκόπη για διαφημίσεις, έπεσα πάνω στο σώου του Αρναούτογλου με την αγελάδα. Πέτυχα τη στιγμή που έκανε ερωτήσεις σε μια παίχτρια, για να διεκδικήσει ένα ταξίδι στο διάστημα. Το σκηνικό ήταν ένα σκηνικό θρίλερ: ακουγόταν το “Angel’ από τους Massive Attack, για να καλλιεργηθεί το κλίμα αγωνίας και αυτή καλούνταν να απαντήσει στην ερώτηση αν τα ζαρκάδια τρώνε σανό. Η παίχτρια ήταν μια γνωστή μου από το Βόλο, η οποία όμως η καψερή απάντησε ότι τα ζαρκάδια τρώνε σανό και έχασε, γιατί η καημένη δεν ήξερε ότι τα ζαρκάδια είναι ακατάδεχτα και αλλεργικά με το σανό. Ξεκαρδιστικό σου λέω!

Τέλος πάντων, η τηλεοράση είναι όπως είναι. Τα ερωτήματα επιστρέφουν όμως και με βασανίζουν. Τι ώθησε αυτούς τους γνωστούς μου να πάρουν μέρος; Αυτά τα διαβόητα «15 λεπτά»; Το όλο σκηνικό; Το έκαναν για την πλάκα; Για τα λεφτά; Μήπως είχαν απωθημένα; Μήπως δεν πέρασαν καλά στο Λαγό (ο χορευτής), στην Κομοτηνή (ο άτυχος) και στο Βόλο (η παίχτρια με τα ζαρκάδια) και θέλησαν να ξεδώσουν στην τηλεόραση; Και μήπως πρέπει να ανησυχώ; Έχω περάσει και από το Λαγό και από την Κομοτηνή και από το Βόλο. Δηλαδή μήπως είμαι έτοιμος να πάω σε τηλεοπτική εκπομπή; Μήπως είμαι ο επόμενος; Αμάν, νομίζω πως αρχίζω να τρελαίνομαι. Μάλλον πρέπει να πάω να πω τον πόνο μου σε ένα ριάλιτι σώου, διαφημίζοντας και το blog μου παράλληλα. «Ναι, κυρία μου, είμαι μπλόγκερ, ο ναμπ μωρή, και η πεθερά μου θέλει να με σκοτώσει. Ρίχνει στον καφέ στριχνίνη...».

Θάνατος στους ιστορικούς!

Θού Κύριε! Τι την ήθελα την τιβί βραδιάτικα; Καλύτερα να μελετούσα για 69η φορά την Παλαιά Διαθήκη ή ας διάβαζα για πολλοστή φορά τον ενάρετο βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας! Ας πρόσεχα. Θεέ μου δώσε μου δύναμη! Μόλις τέλειωσε μια ενημερωτική εκπομπή και είμαι σε σύγχυση. Έδειξαν ένα ρεπορτάζ στο οποίο μιλούσαν κάτι σκοτεινοί τύποι, ιστορικοί και καλά (μάλλον ιεχωβάδες ή μασόνοι θα ήταν), οι οποίοι με τα λεγόμενά τους τα έβαλαν με την πατροπαράδοτη εθνική συνείδηση. Το τι είπαν, δεν περιγράφεται. Ότι δήθεν δεν υπήρξε ποτέ το κρυφό σχολείο, ότι δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξή του μέσα από τα αρχεία και τις πηγές εκείνης της εποχής και άλλες συκοφαντίες του αισχίστου είδους. Και τότε γιατί, διερωτώμαι, ήταν αποτυπωμένο πάνω στο 200ρικο; Ούτε το λαϊκό πολυθρύλητο άσμα «φεγγαράκι μου λαμπρό, φέξε μου να περπατώ» δε σεβάστηκαν οι παλιοαναρχοκομμουνισταί! Αντίθετα, λέγαν ότι οι παλιότουρκοι έδιναν ελεύθερα άδεια για να λειτουργούν σχολεία στην περιοχή της σημερινής Ελλάδας. Οι παλιοφαρισαίοι! Και ότι η Επανάστασις δεν πραγματοποιήθηκε την 25η Μαρτίου. Οι άθεοι, που να τους κάψει ο αρχάγγελος Γαβριήλ με την πύρινη ρομφαία του, αχ Παναγία μου! Και ότι ο άγιος Πατριάχης Γρηγόριος ότι ήταν κατά της Επανάστασης; Αχ, μακάρι να τους αφορίσει η Ιερά Σύνοδος τους παλιοξεφτίλες! Και ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν πολιτικός φορέας; Αν είναι δυνατόν, εγώ ξέρω ότι το Πατριαρχείο ήταν ένας ανιδιοτελής κοινωνικός οργανισμός που δεν κοιτούσε τα πολιτικά και ότι ενδιαφερόταν μονάχα για τα του οίκου του, όπως δηλαδή έκανε, κάνει και θα κάνει η σημερινή μας Εκκλησία. Άπαπα, τι σύγχυση κι αυτή. Θα πάρω τηλέφωνο στο κανάλι και θα διαμαρτυρηθώ. Να τους διώξουν τους δημοσιογράφους από το κανάλι, να τους αφορίσει ο αρχιεπίσκοπος τους παλοάθεους, που τόλμησαν να προσβάλουν τα ιερά και τα όσια αυτού του άγιου τόπου. Και αυτούς τους δήθεν ιστορικούς, αυτούς τους προβατόσχημους λύκους, να τους διώξει η Μαριέττα από τα πανεπιστήμια, αφού διαφθείρουν τα νιάτα και θέλουν να βατέψουν το εθνικό μας ιδεώδες. Θάνατος στους ιστορικούς! Θα αρχίσω ανένδοτο αγώνα εναντίον τους. Ο Θεός είναι μαζί μου. Όλους τους άλλους, τους μοντέρνους, τους έχει κυριεύσει ο Βεελζεβούλ! Πώς να κοιμηθώ τώρα; Ακούς εκεί να αμφισβητούνται τα εθνικά μας ιδεώδη. Κινδυνεύουμε! Θέλουν να αλώσουν την Ελλάδα μας και να κάνουν τους Έλληνες άθεους. Δε θα περάσει ο φασισμός!

Μετά τιμής
Ευλάβιος Πρεσβυτέρου

Τρίτη, Μάρτιος 06, 2007

Over

Άλλη μια συνηθισμένη έξοδος στο γνωστό μπαρ με το γνώριμο περιβάλλον, αφού για 19η συνεχόμενη νύχτα θέλω να τηρήσω αυτήν την καθημερινή τελετουργία της κατάνυξης, αλλά βλέπω, καθώς μπαίνω, ότι ο φίλος μου ο μπάρμαν έχει αντικατασταθεί από κάποιον άλλον καινούργιο, ο οποίος είναι στο ύψος μου περίπου, φοράει γυαλιά μυωπίας, έχει μούσι και ξυρισμένο κεφάλι, κάτι που με κάνει να μην αισθάνομαι άνετα, γιατί μάλλον δε θα έχω το θάρρος να μιλήσω και να του εξομολογηθώ αυτά που με καίνε και θα με καίνε και θα με καίνε και ίσως θα πρέπει να του τα πω όλα από την αρχή, αν και η αλήθεια είναι ότι απόψε δεν έχω όρεξη να μιλήσω σε κανέναν, γι αυτό και τον καλησπερίζω και παραγγέλνω το πρώτο, αρχίζω να βυθίζομαι σε σκέψεις, γιατί ξέρω πλέον ότι το ποτό σε συνδυασμό με τη μοναξιά και τα δάση, σύμφωνα πάντα με τη σοφία των λατίνων γεννάνε ερεθίσματα σκέψης, σε λίγο παραγγέλνω το δεύτερο, πού να είναι άραγε εκείνη τώρα, φέρε το τρίτο, έμαθα ότι παντρεύτηκε, το τέταρτο, να πάει να γαμηθεί, το πέμπτο, τι πήγε λάθος, το έκτο, κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή μου, το έβδομο, σίγουρα κάτι είναι λάθος, αλλά πώς μπορώ να βρω το σφάλμα να το βρω και το διορθώσω, δεν σιωπώ τώρα, οι λέξεις βγαίνουν αβίαστα, θέλω να διορθώσω τη μουσική, αλλάξτε την- μην παίζετε Κρίνα, μην παίζετε Tindersticks, μην παίζετε Smiths, μην παίζετε Radiohead, φίλε μου DJ παίξε κάτι άλλο που να μη μου τη θυμίζει, βάλτε κάτι που να μην το έχω ξανακούσει και εσύ μπαρμαν νέε γιατί με κοιτάς, μια χαρά είμαι, όχι σκατά είμαι, έφυγε η ζωή χωρίς να την καταλάβω και χωρίς να ζήσω τίποτα, είμαι ένα μίζερο καρτούν που έχει βαρεθεί να λέει τα ίδια και τα ίδια, παίζω ένα ρόλο, ναι θα τον υποδύομαι μέχρι να βαρεθείς να με βλέπεις, όπως με βαρέθηκε εκείνη, όπως βαρέθηκα εγώ τον εαυτό μου και παρ’ όλα αυτά δεν κάνω τίποτα, δε θέλω να κάνω τίποτα, το τίποτα γίνεται κάτι, με καταβάλλει, μην με κοιτάτε, φέρε άλλο ένα, τώρα είπα, ναι άλλο ένα, εις υγείαν ρε, γουστάρω την αδράνεια, την αδράνεια, αντέχω τη λύπη, μπορώ να την αντιμετωπίσω τη θλίψη, μου αρέσει, αλλά τώρα είμαι χαρούμενος και η χαρά με διαλύει, είναι δυσβάσταχτη η πουτάνα, ναι είναι άγρια, θέλω να κατακτήσω τον γαμημένο κόσμο γύρω από τον οποίο εγώ θα μετεωρίζομαι για πάντα ή μάλλον αυτός θα γυρίζει για πολύ καιρό πιο αργά από μένα, γιατί ρε συ είσαι διπλός, γιατί ο ήχος είναι παραμορφωμένος, γιατί ακούω τη βοή, γιατί το σκαμπώ γλιστράει, τι ανεβάνει από το στομάχι μου- η ψυχή βγαίνει στο στόμα μου ή ο εμετός; -τρέχεις προς το μέρος μου, γλιστράω, προλαβαίνω μόνο να πω «Τα έχω βαρεθεί όλα» και «όπως συγκρούεται ένα αεροπλάνο στο μυαλό μου», το σώμα μου γίνεται ένα με το πάτωμα.

Κυριακή, Μάρτιος 04, 2007

Εν θόλω

Χτες το πρωί πέρασα από το πανεπιστήμιο στην παραλία, γιατί έπρεπε να αφήσω σε μια θυρίδα κάτι που μου είχε ζητήσει ένας καθηγητής . Το τοπίο γνωστό: συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, αφίσες, τραπεζάκια παρατάξεων, ενοικιαστήρια, αγγελίες, φέιγ βολάν, ανακοινώσεις για πάρτυ και συνελεύσεις κτλ. Βέβαια το μόνο μη συνηθισμένο ήταν το ότι στο θόλο επικρατούσε νεκρική σιγή, κάτι που μου φάνηκε πολύ παράξενο. Γιατί, ναι μεν το σκηνικό ήταν γνώριμο, αλλά στο θόλο δεν υπήρχε κανείς. Τα τραπεζάκια ήταν εκεί αλλά οι φοιτητές ήταν αλλού. Σκέφτηκα ότι, αφού ο καιρός ήταν ιδανικός, η καλύτερη επιλογή κάποιου θα ήταν να πάει για καφέ στην παραλία. Και γω αυτό θα έκανα αν ασχολούμουν με τον φοιτητικό συνδικαλισμό: θα είχα κουραστεί από τις καθημερινές διαμαρτυρίες και τις συνελεύσεις και τις κινητοποιήσεις και όλα τα συναφή. Γιατί να κάθομαι και να τσακώνομαι Σαββατιάτικα με τους δαπίτες, τους πασπίτες και τους πουκουσίτες στη σκοτεινιά ενός θόλου, όταν ο καιρός είναι τόσο καλός και η θάλασσα, τόσο μα τόσο μπλε; Ειδικά το Σάββατο, που είναι μια μέρα ιερή για όλους. Πήγα στη θυρίδα και άφησα αυτό που είχα να αφήσω. Βγαίνοντας από το πανεπιστήμιο είδα έναν τύπο, γύρω στα 40, να κατουράει στον τοίχο. Μα καλά, είπα, γιατί δεν πήγε σε μια τουαλέτα σε ένα φαστφουντάδικο, σε μια καφετέρια ή έστω στο διπλανό πάρκο βρε αδερφέ και λερώνει ο βλάκας ένα πανεπιστημιακό κτίριο; Ακράτεια έχει; Το θέαμα ήταν εξαιρετικά αστείο. Πιο αστείοι όμως ήταν όλοι οι επακόλουθοι συνειρμοί που έκανα αργότερα, καθώς απολάμβανα τον καφέ μου με κάποιους φίλους μου και συζητούσαμε για την κατάσταση σε ένα τμήμα μιας σχολής στο πανεπιστήμιο.

Παρασκευή, Μάρτιος 02, 2007

Allergic

-Καλό μήνα Κλεάνθη. Καλά είσαι; Συγγνώμη, τι φοράς στο χέρι σου;
-Ένα ασπροκόκκινο βραχιολάκι. Πάιρνω προληπτικά μέτρα. Φοβάμαι μη με κάψει ο Μάρτης.
-Τι μαλακίες λες; Είσαι προληπτικός;
-Όχι, αλλά έχει καεί η γούνα μου πολλές φορές το Μάρτη
-Για τις αλλεργίες λες; Σε θυμάμαι με τα Ζιρτέκ. Εκείνα είναι αποτελεσματικά ε;
-Ναι, αλλά φέρνουν υπνηλία
-Δηλαδή τα παίρνεις καθημερινά;
-Όχι, απλώς υποφέρω από αϋπνίες, γι αυτό και είμαι κομμένος
-Ναι η άνοιξη φέρνει αλλεργίες. Γι αυτό δε θα πολυκυκλοφορώ έξω. Θα κάτσω σπίτι και θα περιορίσω τις εξόδους μου.
-Κάτσε ρε. Τι σχέση έχει αυτό; Είσαι αλλεργικός και στους ανθρώπους;
-Ναι, στους ηλίθιους.
-Να μαλάκα. Και εσύ ηλίθιος είσαι.
-Μπα! Και από που το συμπεραίνεις αυτό;
-Αν δεν ήσουν ηλίθιος δε θα μιλούσες με ένα αποκύημα της φαντασίας σου στο δρόμο. Δεν είδες πώς σε κοιτάζουν οι περαστικοί;
-Δεν είμαι ηλίθιος μαλάκα. Σχιζοφρενής είμαι.
-Ωραία. Σκότωσέ με λοιπόν. Πάρε ένα μαχαίρι και κόψε το λαιμό μου.
-Δεν μπορώ, γαμώ την «Επαναγωγή» μου, γαμώ.
-Καλά. Τότε να θυμηθείς να σε ξεχάσω, μπας και δούμε άσπρη μέρα. Αλλεργικέ βλάκα!

Ευχές

Πάλι χιονίζει. Κάθομαι στο γραφείο και βλέπω από το παράθυρο τις πυκνές νιφάδες. Το 'χει στρώσει. Εύχομαι να θαφτώ κάτω από αρκετά μέτρα χιονιού και να με βρουν οι συνάνθρωποί μου, ύστερα από 10 αιώνες, παγωμένο. Καλύτερα ας με βρουν πρώτα τα σκυλιά. Και μακάρι να χορτάσουν την πείνα τους.

Πάλι βρέχει καταρρακτωδώς. Μακάρι να με παράσερνε το νερό και να με ξέβραζε στον ωκεανό για να κάνω παρέα με τα ψάρια στο βυθό.

Πάλι έχει καύσωνα. Θα κάτσω να λιαστώ για αρκετή ώρα και θα εύχομαι, καθώς θα καίγομαι, να παραμορφωθώ από την ακτινοβολία, για να μη μπορεί να με αναγνωρίσει κανείς.

Πάλι είμαι μπροστά στον υπολογιστή. Εύχομαι να στραβωθώ και να μη μπορέσω να ξαναγράψω τίποτα. Και ένας γαμημένος ιός να διαλύσει τον σκληρό δίσκο, να σβήσει για πάντα τη σελίδα μου, να με κάνει να ξεχάσω, να διαλύσει και το δικό μου τον εγκέφαλο, τις αναμνήσεις, τις συγκινήσεις, τις λύπες, τις χαρές και τις μαλακίες, να σβήσει και μένα, να με στείλει στο διάολο και ακόμη παραπέρα.