Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009



Προσπαθώ να συντάξω μια λίστα με τις 20 αγαπημένες μου ταινίες για τη δεκαετία 2000 - 2009 και ήδη αντιμετωπίζω μεγάλα προβλήματα. Μόλις συνειδητοποιώ ότι οι αγαπημένες μου τανίες είναι τουλάχιστον πάνω από 50. Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω και άκρη δε βγάζω. Haneke, Von Trier έχουν κάνει ταινιάρες μέσα σ' αυτή τη δεκαετία. Όπως και κάποιοι από την Κορέα. Και ο Lynch, βεβαίως. Και πολλοί άλλοι αμερικανοί.Και πολλοί Ευρωπαίοι. Και κάποιοι Έλληνες, επίσης. Μία ελληνική θα τη βάλω σίγουρα μέσα στη λίστα. Όταν την είχα δει στο σινεμά την είχα απορρίψει. Την ξαναείδα πρόσφατα και κατάλαβα ότι ήμουν λάθος. Χιλιοειπωμένο, οι ταινίες δεν αλλάζουν, οι άνθρωποι ναι. Μπορείς και συ να συμμετάσχεις στην ψηφοφορία για τις 20 ταινίες, μπες στο μπλογκ του seagazing και δώσε το παρόν here Τη λίστα μου θα την αναρτήσω μάλλον την επόμενη βδομάδα, μέχρι τότε θα σπάω το κεφάλι μου.

υγ: αν το fight club είχε κυκλοφορήσει μέσα στην τρέχουσα δεκαετία δε θα αντιμετώπιζα κανένα πρόβλημα. Γαμώτο.

Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009

Τετάρτη, Οκτώβριος 21, 2009

Ξύρισμα

Ξύπνησε αργά το απόγευμα. Ο ήλιος είχε δύσει. Κοίταξε το ρολόι..Πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Μούσι 23 εβδομάδων. Δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από το ξύρισμα. Οι φίλοι ήδη τον αποκαλούσαν Μαρξ. Απαντούσε ότι θα ξυριστεί μόνο όταν θα διάβαζε ολόκληρο το Κεφάλαιο. Ψέματα έλεγε. Κόμικς μόνο διάβαζε, άντε και κάνα λένο χρηστίδη βαριά βαριά. Δεν ξυριζόταν γιατί δεν άντεχε να βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Γι αυτό εξάλλου και τους είχε πετάξει όλους στα σκουπίδια, ακόμη και εκείνον τον βαρύ με την επίχρυση κορνίζα που του είχε δώσει η γιαγιά του εν είδει οικογενειακού κειμηλίου. Πριν από 23 βδομάδες είχε τρομάξει βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Δεν ήξερε τι ακριβώς του προκαλούσε τρόμο. Ίσως οι μικρές ρυτίδες γύρω από τα μάτια, ίσως οι μαύροι κύκλοι (ήταν και εκείνες οι παρατεταμένες αϋπνίες που τον ταλαιπωρούσαν – ξύπνιος τη νύχτα εντάξει, αλλά και ξύπνιος την ημέρα, σκέτο μαρτύριο), ίσως οι γκρι τρίχες που δεν είχε προσέξει πώς στο διάολο ξεφύτρωσαν. Ίσως. Η αίσθηση ότι γερνάει. Κάποιο λάθος είχε γίνει. Ώσπου εκείνο το βραδάκι, μην αντέχοντας άλλο τη φαγούρα πήρε λεπίδι. Έκλεισε τα μάτια. Ήταν βέβαιος ότι η λάμα θα μπορούσε να κάνει μόνη της τη σωστή δουλειά. Δεν χρειαζόταν ούτε αφρός, ούτε ζεστό νερό, μόνο η λεπίδα. Όταν η άκρη της άγγιξε το λαιμό του ανατρίχιασε. Όταν η λεπίδα άγγιξε την καρωτίδα κράτησε την ανάσα του, φοβήθηκε πως αν κάνει το λάθος να ξεροκαταπιεί, ίσως το λάθος να ήταν μοιραίο. Γρήγορες κινήσεις, ξέρω να χρησιμοποιώ σωστά τις λεπίδες, φοβάμαι ωστόσο μήπως κοπώ και αρχίσω να αιμορραγώ ακατάπαυστα. Η αιμορραγία ίσως και να μου προκαλέσει μια γλυκιά υπνηλία, ίσως αυτό να είναι το φάρμακο κατά της αϋπνίας, ίσως έτσι σφαλίσω τα βλέφαρά μου για κάποιες ωρίτσες, ίσως για αυτό ξυρίζομαι στα τυφλά, ίσως θέλω να προσκαλέσω έτσι τον ύπνο να έρθει και να με ξεκουράσει. Άνοιξε τα μάτια του. Μια λίμνη αίματος στο πάτωμα. Το αίμα δεν ήταν νωπό. Μα καλά, πόσο κοιμήθηκα; Άγγιξε το αίμα και έφερε το χέρι στη μύτη του. Δεν είναι δικό μου, σίγουρα δεν είναι δικό μου, τίνος είναι, δεν μπορώ να θυμηθώ, γαμώ τις αϋπνίες μου, τι έχει συμβεί εδώ μέσα, τίνος είναι το αίμα; Πεινούσε. Άνοιξε το ψυγείο. Δεν υπήρχε τίποτα. Πρέπει να βγω έξω να βρω κάτι να φάω. Ντύθηκε γρήγορα, μπήκε στο ασανσέρ και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν είμαι αυτός, δεν είμαι εγώ, ποιος είναι; Όταν έβγαινε από την πόρτα, ένας σκύλος τού γρύλλισε. Έριξε στον σκύλο ένα άδειο βλέμμα και ο κόπρος εξαφανίστηκε αλυχτώντας. Καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή για να πάει στο αγαπημένο του μπαρ για να βρει φαγητό, τότε μόνο θυμήθηκε ότι το αίμα ήταν της Τασίας, εκείνης της χορεύτριας που άναβε τα πλήθη με το λίκνισμά της, εκείνης της κοπέλας που καθώς της ξέσκιζα το λαιμό με τα δόντια μου αυτή έλεγε μέσα στη μέθη της «πιο δυνατά, πιο δυνατά»

Δευτέρα, Οκτώβριος 12, 2009

Ντράι

Χαζεύω κάποιες φωτογραφίες που ανέβασε μια συνάδερφος στο φέησμπουκ. Από το περσινό καλοκαίρι. Η ίδια ομάδα ήμασταν και πέρσι, η ίδια - έστω και με απώλειες - και φέτος. Μόνο που ήταν εμφανείς κάποιες διαφορές. Ο ένας είχε τότε κοντά μαλλιά, το αφεντικό μας λιγότερα κιλά και εγώ μάλλον με περισότερα μαλλιά και σίγουρα καλύτερη διάθεση. Και όλοι φαινόμασταν ανυποψίαστοι για φέτος, εννοώ φαίνεται πως πέρσι διασκεδάζαμε περισσότερο, ήταν η χαρά του καινούριου μάλλον, νέα δουλειά, νέο νησί, νέο αντικείμενο. Η χαρά για την ανακάλυψη του νέου μοιάζει σα να έχει δώσει τη θέση του σε μια ρουτινιάρικη κατάσταση που θυμίζει χακί ημέρες. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως το ίδιο να λέω και για τις φετινές φωτογραφίες όταν θα τις ανεβάσει η συνάδερφος του χρόνου στο φέησμπουκ. Είναι μωρέ αυτό το χιλιοειπωμένο, ότι δηλαδή ο χρόνος που περνάει λειτουργεί θαυματουργά, θυμάσαι μόνο τα καλά, ξεχνάς τα κακά, είναι και η φύση της φωτογραφίας, είναι που εξωραϊζει. Όχι, είναι που ήμασταν όλοι μεθυσμένοι.

Τι μαλακία! Να προσπαθώ να γράψω στο μπλογκ ένα ποστ που σαν αφορμή έχει κάποιες φωτογραφίες μου από το φέησμπουκ. Λες και θα τις δεις ποτε. Στείλε μου πρόσκληση, ίσως και να σε κάνω φίλο. Και το χειρότερο, να κάθομαι μέσα ενώ θα μπορούσα να πίνω τσίπουρα, να τρεκλίζω όπως παλιά στους δρόμους και να πέφτω πάλι στις ρόδες των αυτοκινήτων, να περπατώ μέχρι το παγκάκι και να κοιμάμαι εκεί. Η τραγωδία μου όμως η φετινή είναι άλλη. Φέτος ήπια τόσο πολύ ποτό που δεν μπορώ πλέον να μεθύσω. Δεν με πιάνει, δεν, δεν, δεν. Το καλύτερο πράγμα που μου συνέβαινε - έστω και περιστασιακά - ήταν που μεθούσα. Ενώ τώρα δεν μπορώ να μεθύσω. Προσπάθησα απεγνωσμένα. Τις προάλλες ήπια εννιά εικοσιπεντάρια. Τίποτα. Λίγο μόνο ζαλίστηκα. Ζαλισμένος πήγα και ψήφισα. Η ζαλάδα πέρασε όταν έριξα το ψηφοδέλτιο στην κάλπη. Το βράδυ πλαστικές σημαίες και αισιοδοξία για το μέλλον.

Κάποιος να με ξυπνήσει. Κάτι να με ξυπνήσει; Κάτι να με μεθύσει; Τίποτα. Γαμώ το κερατό μου.

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 11, 2009

Kisses

Στην αρχή είπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα φτιάχνοντας ένα αχυρένιο σκιάχτρο. Ένα καρό πουκάμισο που το φορούσε ο συχωρεμένος ο πατέρας του, ένα παλιό κοτλέ παντελόνι και ένα ψάθινο καπέλο με πλατύ γείσο – μια χαρά είναι- και το τοποθέτησε στη μέση του χωραφιού. Εκείνες πρέπει να τρόμαξαν για καναδυό ώρες, συνήθισαν όμως την ακινησία του σκιάχτρου, κατάλαβαν μάλλον ότι είναι ψεύτικο και συνέχισαν να τα τσιμπολογούν. Όταν πήγαινε αυτός την επόμενη μέρα τα έβλεπε χαλασμένα. Ποιος θα τα πάρει έτσι όπως είναι, ούτε στη λαϊκή δεν μπορώ να τα σπρώξω, ούτε ο έμπορος θα τα αγοράσει, το πολύ πολύ να τα δώσω στη Βάσια για ορεκτικό. Ξεκοίλιασε μετά κάτι παλιές κασέτες και άπλωσε τις ταινίες στα κλαδιά. Φυσούσε και ο αέρας, οι ταινίες θρόιζαν, σαν να κινούνται, μπα αποκλείεται να τα πλησιάσουν. Τίποτα. Δεν καταλάβαιναν χριστό. Είχαν όρεξη οι ξεπατωμένες. Αυτά δε θα τα πουλήσω ούτε για 2 δραχμές, κατ’ ευθείαν για τη χωματερή είναι είπε χαμηλόφωνα και άρπαξε το αεροβόλο. Κάθε φορά που έβλεπε έστω και μία να φτερουγίζει προς τα δέντρα, πυροβολούσε στο ψαχνό, όχι δηλαδή ότι είχε και καλό σημάδι αλλά τέλος πάντων. Όλες σηκώνονταν, έκαναν σύννεφο, σα να σκέπαζαν τον ήλιο ένα πράγμα, πήγαιναν στα άλλα γειτονικά χωράφια και συνέχιζαν εκεί τη μάσα. Δε θα γίνει το δικό σας, δε θα σας περάσει, ψιθύρισε και συνέχισε να ρίχνει μπαταριές. Αυτές πάλι συνέχιζαν το φαγοπότι. Έμεινε και τη νύχτα, σκοπιά κανονική. Μόνο το πρωί κοιμήθηκε λίγο στην καλύβα του. Όταν ξύπνησε τις είδε πάνω στους καρπούς, δεν άντεξε, πήρε το αεροβόλο και πυροβολούσε συνεχώς. Μέχρι που κατάλαβε ότι ήταν μάταιος κόπος. Κάθε χρόνο τα ίδια δε γίνονταν; Θα τα πωλούσε για τρεις και εξήντα, και αν θα έπιαναν και τόσο. Ε και; Είχε κουραστεί. Νομοτέλεια. Κάποτε θα γινόταν και αυτό. Ας γίνει τώρα. Σηκώθηκε από τη θέση του, έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του και άφησε το χωράφι να ρημάξει. Επέστρεψε μετά από οχτώ χρόνια, στη δύση του ή στην αρχή του –όπως το πάρει κανείς, παντού άγρια βλάστηση και κάτι μήλα που είχαν μέγεθος καρυδιού. Πήρε ένα μαχαίρι, το κάρφωσε στον κορμό ενός δέντρου, αν και ήθελε πολύ να το καρφώσει στη δική του την καρδιά – δεν είχε τη δύναμη ωστόσο - έριξε βενζίνη στην καλύβα του και καθώς αυτή καιγόταν, έπιασε το όπλο και, παρόλο που ήταν σκουριασμένο από το χρόνο, όπως και ο ίδιος εξάλλου, άρχισε να πυροβολεί προς τον αόρατο εχθρό. Ο οποίος καμία σημασία πλέον δεν έδινε, ούτε καν καταδεχόταν να ενοχλήσει τα πληγωμένα από την άνυδρη γη και αγριοχόρταρα δέντρα, είχε αποδημήσει αλλού, προς άλλα μέρη με νόστιμους καρπούς, αφού είχε κατανοήσει ότι ο αγρότης είχε παραιτηθεί και όσο να ‘ναι την παραίτηση οι κίσσες τη σέβονται.

Πέμπτη, Αύγουστος 27, 2009

Nantes



Well it's been a long time, long time now
Since I've seen you smile
And I'll gamble away my fright
And I'll gamble away my time
And in a year, a year or so
This will slip into the sea
Well it's been a long time, long time now
Since I've seen you smile

Τρίτη, Αύγουστος 25, 2009

Αχινός

Στη βραδιά του οπλίτη, μία βδομάδα πριν ή μετά την ορκωμοσία –θα υπερασπίζω μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός μου την πατρίδα- είχε έρθει μια τραγουδιάρα από ένα νυχτερινό κέντρο της Καλαμάτας και καθώς η λαμέ φωνή ζάλιζε όλα τα πράσινα ανθρωπάκια και αυτά κλωθογύριζαν ημιμεθυσμένα ρίχνοντας ξεψυχισμένες λεβέντικες γυροβολιές –ώπα -και καθώς οι αγέρωχοι καραβανάδες μετά των σημαιοστολισμένων συζύγων των απολάμβαναν εμφανώς ικανοποιημένοι την χαρούμενη χακί ατμόσφαιρα, εγώ με έναν συντοπίτη καθόμασταν πολύ πιο πέρα, πίναμε άμστελ και χαζεύαμε το όλον μέχρι που εκείνος αμόλησε την ατάκα «μαλάκα, τι ντεκαντάντσια!» και παρόλο που με αυτή την ας πούμε αποστασιοποίηση δείχναμε ότι αυτό που βλέπουμε και ακούμε δεν μας εκφράζει, δυστυχώς είχαμε ξεχάσει εξαιτίας της αφέλειάς μας και της ζέσης των νιάτων μας ότι ήμασταν αναγκαστικά ενταγμένοι σε ένα σύστημα, σε μια κατάσταση που όσο και να τη σνομπάραμε και να τη σιχαινόμασταν είχε καταφέρει να αλλοιώσει τις συνήθειές, το σώμα και το λεξιλόγιό μας, είχε εισχωρήσει ύπουλα μέσα μας και γαμούσε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και πώς όσο και να την πολεμούσαμε άλλα τόσο μας ξέσκιζε, ότι είχαμε πέσει αμαχητί σε μια αστεία – τελικά - κατάσταση που έναν χρόνο μετά ετελεύτησε και μας παρέδωσε στην κοινωνία ικανούς πολίτες και καλούς ετεροφυλόφιλους άνδρες, λες και μέχρι τότε δεν ανήκαμε ποτέ σ’ αυτή την κοινωνία, λες και έπρεπε να πάμε στο στρατό για να καταλάβουμε ότι είμαστε πούστηδες. Μου αρέσει να είμαι αποστασιοποιημένος και να αισθάνομαι ότι δεν ανήκω πουθενά, όπως μου αρέσει και το μιλφέϊγ, άσχετο. Έχοντας υπόψη ότι ακόμη και αυτοί που αυτοπροσδιορίζονται ως ανένταχτοι, ως μη ανήκοντες σε κάποια ομάδα δυστυχώς και αυτοί ταξινομούνται πολλές φορές ερήμην στην ομάδα των μη ανηκόντων και έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι καλύτερα να έμενα σπίτι να διαβάσω κάποιο βιβλίο πίνοντας τσάι, ακολούθησα μια παρέα έξω, αν και δεν είχα διάθεση για πολλά πολλά, έξω στη μεταμεσονύχτια παραζάλη και τα βήματά μας μας έφεραν σε ένα μαγαζί. Και τότε ήταν που θυμήθηκα τη λέξη του συντοπίτη «ντεκαντάντσια». Και όταν τη θυμήθηκα, την ξέχασα αμέσως γιατί λέω αρκετά, φτάνει πια, θα πάψω επιτέλους να είμαι παρατηρητής των άλλων, ποιος είμαι εγώ να το παίζω πάντα αφ’ υψηλού και θα συμμετάσχω και εγώ στο τζέρτζελο μέχρι τέλους, φτάνουν πια οι ανθρωπολογικές και υπάνθρωπες αναλύσεις, σήμερα θα πάψω να αισθάνομαι ανένταχτος, σήμερα τώρα θα ενταχθώ εδώ μέσα, θα ανήκω εδώ μέχρι να φύγουμε, σήμερα θα καώ και θα καταστραφώ, απόψε θα γίνω κομμάτια, αύριο βλέπουμε, δεν υπάρχει αύριο, μόνο το σήμερα, μόνο το παρόν. Βοηθούσε και η μουσική, ένα διαρκές μπαμ μπουμ που σε χτυπούσε κατευθείαν στα σωθικά, σε έλιωνε, σε ανέβαζε σε χρόνο ντετέ και σε άδειαζε, σε άδειαζε, σε έκανε να ξεχνάς, να ξεχνάς. Ήταν και τα ποτά. Σίγουρα μπόμπες. Γιατί δε γίνεται να ζαλίζεσαι πίνοντας μόνο μία βότκα πορτοκάλι. Ήταν και ο κόσμος. Όλοι μέσα στην τρελή χαρά. Όμορφος κόσμος, προσεγμένος, ήταν εμφανές ότι οι περισσότεροι είχαν λιώσει το χειμώνα στα γυμναστήρια. Μπράτσα φουσκωμένα έτοιμα να εκραγούν και γραμμωμένοι κοιλιακοί που τους θαύμαζες όταν οι άνδρες βγάζανε τα τι-σερτ τους και λικνίζονταν κάτω από τα ηχεία στον εκρηκτικό ρυθμό της μουσικής. Ήπια και ένα δεύτερο ποτό και καθώς ζαλιζόμουν ήδη και προσπαθούσα να ακολουθήσω το μπαμ – μπουμ , ένας τύπος κέρασε την παρέα το σπέρμα του μπάρμαν και, αφού τον ευχαριστήσαμε πίνοντας τα χύσια του, μπροστά μου στεκόταν ένας ευειδής νεαρός που αγκάλιασε έναν άλλον όμορφο νεαρό και άρχισαν να ανταλλάσσουν παθιασμένα υγρά φιλιά. Τότε κόπηκε απότομα η μουσική, άναψε ένας προβολέας και στόχευσε προς την σκάλα από την οποία άρχισε να κατεβαίνει αργά μία κυρία που ερμήνευε εκείνο το τραγούδι που ακουγόταν στο “ Mulholand Drive” του Ντέηβιντ Λιντς και ήταν πολύ συγκινητικό γιατί ερμήνευε σπαράζοντας και όλοι συγκινηθήκαμε και, στην προσπάθειά μου να κρύψω το μάλλον αμήχανο χαμόγελό μου έβαλα το χέρι μου μπροστά στο πρόσωπό μου. Τότε ένας νεαρός γύρω στα τριάντα με ένα κολλητό φανελάκι μην μπορώντας να αντέξει και αυτός τη συγκίνησή του μου προσέφερε χαρτομάντιλα – πρέπει λογικά να ήταν ζέβασοφτ- και αφού σκούπισε τη μύξα πέρασε απαλά το χέρι του στον ώμο μου και ψιθύρισε κάτι στα γαλλικά, αλλά εγώ ως μη γνώστης της γαλλικής μιας και μιλάω μόνο την αγγλική -απταίστως-και την γερμανική τσάτρα – πάτρα είπα μόνο « νο παρλε φρανσε» και αυτός συνέχιζε να μιλάει και να μιλάει και, όταν πήγε στο μπαρ να πάρει ένα τζιν τόνικ εγώ είπα να την κάνω λάχα λάχα. Επειδή όμως ήμασταν σαν παστά, ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσα να κουνηθώ και με πρόλαβε ο γάλλος. Έφερε ένα ποτό και για μένα. Άρχισε να μιλά και να μιλά και γω να κάθομαι να τον κοιτάω σαν χάνος μέχρι που άρχισε να με τραβάει από το χέρι προς την είσοδο. Βγήκαμε έξω. Με αγκάλιασε από τον ώμο. Τον απώθησα. Ρε φίλε ζε σουί νο γκάη να λέω και αυτός με αγκάλιασε κανονικά και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Γουότ χάπενεντ να λέω, άι τζαστ γουόντ το τοκ του γιου, άι τζαστ γουόντ το σπηκ γουίθ σάμμπαμντι και με σπαστά αγγλικά άρχισε να λέει την ιστορία της ζωης του. Παντρεμένος με μια πλούσια γαλλίδα, γάμος για απόκρυψη και για κοινωνική αποκατάσταση, ήρθε στο νησί γιατί εδώ μόνο αισθάνεται ελεύθερος να εκφραστεί και να ακολουθήσει τη φύση του, ήρθε εδώ για να βρει παρέα. Και να κλαίει και δεν αντέχω άλλο, και θέλω να αυτοκτονήσω, δε θέλω να επιστρέψω πίσω σπίτι, αλλά από την άλλη δεν μπορώ να μείνω και εδώ, τι να κάνω, είμαι ένας δειλός και μέσα στους λυγμούς να μου λέει ευχαριστώ που τον ακούω και ότι αισθάνεται μόνος και τώρα που μονολογεί, αισθάνεται λίγο καλύτερα. Να με κοιτάει αυτός, ε και γιατί κλαις του λέω, χαλάρωσε μωρέ διακοπές είσαι, στην τελική πάρε διαζύγιο, ο πρώτος είσαι ή ο τελευταίος; Θα ανήκεις και συ στο κλαμπ των διαζευγμένων, εγώ τώρα ανήκω στους ακροατές. Και τότε μόνο σταμάτησε να κλαίει και έσκασε ένα χαμόγελο, σαν να καταλάβαινε ελληνικά. Και έμεινε να με κοιτάει. Ζε μ’ απέλ Πιερ, Ζαν απαντώ. Και γω χάλια είμαι αλλά δεν ξέρω γιατί, να του λέω, δηλαδή είναι μερικές φορές που αισθάνομαι καλά, αλλά τις περισσότερες φορές είμαι σκατά. Δεν ξέρω τι μου φταίει, η δουλειά, ο εαυτός μου ούτε ξέρω που πάω ούτε πού βαδίζω , αλλά αυτό είναι μια συνηθισμένη κατάσταση για μένα, μου συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια, και αν και έχω συνηθίσει μερικές φορές να είμαι στο χάσιμο, είναι κάποιες φορές που ξυπνάει το παράπονο μέσα μου και λέω γιατί ρε πούστη μου, αλλά ξέρω ότι εμένα είναι έτσι η φύση μου να είμαι στο χάσιμο και είμαι σίγουρος ότι θα γεράσω μόνος και θα έχω παρέα τις γάτες μου γιατί δε θα μπορεί να με αντέξει κανένας άνθρωπος. Και ο ακροατής μου αν και ήμουν βέβαιος ότι δεν καταλάβαινε τίποτα από όσα έλεγα, με κοιτάει μάλλον ανέκφραστος και μου λέει ολ γιου νηντ ιζ λαβ. Ναι λέω ίσως και να έχεις δίκιο, σίγουρα έχεις δίκιο, είμαι λέω τόσο προβλέψιμος. Λίγο μετά ξαναμπήκαμε στο μαγαζί, ήπιαμε άλλα τρία – τέσσερα ποτά, ίσως και πέντε, θυμάμαι το μπαμ μπουμ της μουσικής και μετά δε θυμάμαι τίποτα, μόνο μια στιγμή που δεν ακουγόταν το μπαμ μπουμ αλλά το “let me kiss you” του Morrissey και εμένα να αισθάνομαι τέλεια, έτοιμος να κατακτήσω τον κόσμο.
Στο γραφείο την επόμενη μέρα μία συνάδερφος μου είπε ότι φαίνομαι κομμένος. Ναι, απάντησα, είναι που δεν κοιμήθηκα καθόλου. Με ξαγρύπνησε ένας αχινός που πάτησα χτες στην παραλία. Εκείνη την ώρα ακούστηκε ο ήχος ενός αεροπλάνου. Ήταν η πτήση του Γάλλου. Βγαίνω έξω στο μπαλκόνι και κοιτώ προς το αεροπλάνο. Τι κοιτάς με ρωτάει; Προς τον αχινό απαντώ και νιώθω τα αγκάθια να εισχωρούν ολοένα και πιο βαθιά κόβοντας την ανάσα μου από τον πόνο.

Σάββατο, Αύγουστος 22, 2009

Ο αέρας μέσα

Κάθομαι στην κουζίνα και απολαμβάνω τον ελληνικό μου καφέ ακούγοντας τον αέρα έξω να σηκώνει τον κουβά και να τον χορεύει σε ρυθμό βαλς πριν τον εκσφενδονίσει ετσιθελικά προς τον απέναντι τοίχο, κόβοντας απότομα το όποιο νήμα της ζωής του. Το μπουγαδόσκοινο κόπηκε έτσι και αλλιώς πριν λίγο, τα ρούχα μαζί με τα τσιμπίδια –έτσι τα έλεγε τα μανταλάκια η συχωρεμένη η γιαγιά, καλή της ώρα όπου και αν είναι, πού να είναι δηλαδή δυο μέτρα κάτω από τη γης είναι, εγώ δυστυχώς πιστεύω στη θνητότητα της ψυχής και γω είμαι κιόλας γερασμένος- όλα τα μανταλάκια, λοιπόν, μαζί με τα παντελόνια και τις μπλούζες γλίστρησαν προς τον απέναντι αγρό και ακόμη πετάνε προς το άπειρο μέχρι να τα σταματήσει κάποιο κλαδί, ενώ τρία τέσσερα μανταλάκια που σώθηκαν χτυπάνε ήδη την πόρτα, εκλιπαρώντας για απάνεμα μέρη, αγνοώντας προφανώς ότι εδώ μέσα φυσάει πολύ περισσότερο. Και ενώ θα μπορούσα να υπολογίσω με την ανέση μου πόσος χρόνος έχει περάσει από τότε που κάποιος χτύπησε την πόρτα μου ψάχνοντας μια Μαρία ή ζητώντας καφέ και ζάχαρη, αυτός ο ήχος, αυτό το τοκ-τοκ που θα συνεχίζει μέχρι τη δευτέρα παρουσία και αυτή η ανεμοθύελλα με ταξιδεύουν χρόνια πίσω σε εκείνη τη μέρα του Σεπτέμβρη που ένας αέρας έξω, καλή ώρα σαν αυτόν εδώ, με είχε κάνει να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να βγω έξω αναζητώντας σαν τον τυφλό με το λύχνο τα ρούχα μου, που τα είχε πάρει και τα είχε σηκώσει όπως και τότε ο δυνατός νοτιάς και τα πήγαινε προς το δρόμο. Όπου στην άκρη του ήταν ξαπλωμένος, τρόπος του λέγειν ξαπλωμένος, φαρδύς πλατύς ένας άντρας μες στα αίματα και πλάι του νεκρή από ώρα μια μοτοσικλέτα, κάτω από την οποία ήταν μια άσπρη μου μπλούζα, μία από τις πέντε – έξη αγνοούμενες. Η ιδέα ότι ένα ύφασμα θα μπορούσε να είχε προκαλέσει τούτο το ατύχημα εξανέμισε τις όποιες συστολές είχα του τύπου δεν είδα -δεν άκουσα και τις λογικές παραβάσεις που κάνουν κατεξοχήν και οι άλλοι μικρόνοες, δηλαδή άμα καλέσω την αστυνομία θα με ταράξουν στις ερωτήσεις και τι είδα και τι άκουσα απαπά για τέτοια είμαστε τώρα άφησέ τον πια οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς, ας πρόσεχε στην τελική τι ήθελε και έτρεχε και αυτόν σε αυτόν τον στενό και γεμάτο οφιοειδείς στροφές επαρχιακό δρόμο. Τον πλησίασα τρέχοντας και άρχισα να τον περιεργάζομαι. Ανάσκελα, αίμα στο θώρακα, τα μάτια ανοιχτά και να χαμογελάει. Πάει, λέω αυτός είναι από ώρα νεκρός και σκύβω από πάνω να του κλείσω τα μάτια, γιατί κοιτάει στον ουρανό, τι βλέπει και χαμογελάει άραγε αναρωτιέμαι, μήπως έχει χάσει και άλλους και χαίρεται που ξαναβρέθηκαν όλοι μαζί; Και ενώ βάζω το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό του αυτός βήχει, γκαχ – γκουχ, γαϊδουρόβηχας και εγώ τρομάζω, πισοπατάω, τραβάω την άσπρη μπλούζα κάτω από τη ρόδα και τον σκεπάζω για να μην κρυώσει, τι να μην κρυώσει αυτός είναι ήδη μπούζι και αμέσως καλώ το νοσοκομείο, να εδώ είμαι, κοντά στον περιφερειακό, ελάτε αμέσως, ατύχημα, νόμιζα ότι έχει πεθάνει αλλά είναι ζωντανός, ελάτε αμέσως, θα ‘ρθούμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε κύριέ μου, έχουμε πολλά περιστατικά σήμερα και αυτές οι λέξεις το πολλά και το περιστατικά με κάνουν να παγώσω, αμάν ελπίζω να αντέξει ο άνθρωπος. Ο οποίος με κοιτάζει σαν να βλέπει τον σωτήρα του ή τον σφαγέα του, ίσως να είναι το ίδιο, έχει αυτό το απλανές βλέμμα, αυτό που έχουν όσοι δεν ξέρουν πού πάνε και που βαδίζουν, αυτό που έχουν όλοι μας δηλαδή, εκτός βέβαια από αυτούς που κοροϊδεύουν ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό, δεν πειράζει αυτοί ίσως και να ξέρουν που πάνε και που βαδίζουν, λέμε τώρα. Και αφού με κοιτάζει με αυτό το απλανές βλέμμα αρχίζει και λέει: «μην ανησυχείς, μια χαρά είμαι». Και μετά γυρίζει το κεφάλι του δίπλα και ξεψυχάει. Και εγώ πέφτω από πάνω του, τον αγκαλιάζω, του κάνω μαλάξεις, τεχνητές αναπνοές, το φιλί της ζωής, ήταν η πρώτη φορά που φίλησα κάποιον, η γεύση ήταν γλυκιά, ίσως να ήταν το αίμα, δεν ξέρω τι φιλί ήταν, ίσως και να ήταν ερωτικό, ίσως ξέρω και εγώ. Όταν το ασθενοφόρο ήρθε, ο τραυματιοφορέας είπε ότι θα τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο για τυπικούς λόγους, αυτός είναι από ώρα νεκρός. Και την ώρα που τον έβαζαν στο φορείο μια ριπή αέρα πήρε την άσπρη μπλούζα και την τίναξε προς τα πάνω, έμοιαζε σαν να θέλει να τη φορέσει κάποιος εκεί ψηλά, μετεωρίστηκε για ένα λεπτό και μετά ξεφούσκωσε και έπεσε απαλά στο έδαφος.

Αυτά θυμήθηκα τώρα που φυσά και θέλω να ανοίξω να πάω να ψάξω για τα ρούχα. Ανοίγω την πόρτα. Η πόρτα μένει ανοιχτή, ο αέρας μπαίνει μέσα, ακούω τα ράφια να γκρεμοτσακίζονται, τα πιάτα να σπάνε, τους μεντεσέδες να ξεχαρβαλώνονται, τη σκεπή να ταξιδεύει προς τη θάλασσα, εμένα να φεύγω παραμένοντας και μια φωνή από ψηλά να λέει ότι αυτός είναι από ώρα νεκρός. Νεκρός από μέρες, από αιώνες, από χιλιετίες περιμένοντας το φιλί της ζωής και περιμένοντας και περιμένοντας… όχι ότι ένα φιλί μπορεί να σε σώσει, κάθε άλλο παρά…

Παρασκευή, Αύγουστος 21, 2009

Terrase

Φάρσα ή κωμωδία; Δεν υπάρχει απάντηση. Εδώ η κοινή συνισταμένη είναι η έννοια της επανάληψης. Κόσμος πάει κι έρχεται, οι κινέζοι εξακολουθούν να τραβούν φωτογραφίες, ο πελεκάνος περιφέρεται ακάματος μες στα στενά και, όπως πέρυσι, οι μεθυσμένοι οι Ιταλοί συνεχίζουν να πέφτουν από την ταράτσα. Προχτές περνούσα από τον περιφερειακό και πάλι καθάριζαν το δρόμο, δε χρειάστηκε να ρωτήσω, είδα λίγο αίμα στο κράσπεδο. Όταν βγαίνω, λιγότερο από πέρυσι είναι η αλήθεια, βαριέμαι να βλέπω τις ίδιες μεθυσμένες φάτσες να τρεκλίζουν μουρμουρώντας ακατάληπτες ιταλικές ή γερμανικές προσκλήσεις και τον βλάκα από το Σταρ να περιφέρεται από εδώ και από εκεί ψάχνοντας για ανορεξικές κοπελίτσες . Απορώ με τους φίλους και τους γνωστούς που επαναλαμβάνουν τα ίδια αστεία και τα ίδια λόγια, όπως και αυτούς που δεν καταλαβαίνουν πόσο ανιαρά μπορεί να περνάει κάποιος σε ένα όμορφο μέρος. Οι συνάδερφοι δε βαριούνται να γκρινιάζουν -όπως και εγώ, αυτοκριτικά μιλώντας- για τις πολλές ώρες εργασίας, για τον ήλιο, τον άνεμο, την παγκοσμιοποίηση και τη γρίπη των χοίρων και των πουλερικών. Τα τηλέφωνα συνεχώς , συνεχώς κουδουνίζουν και συ πρέπει να πεις ένα κάποιο ποίημα- προχτές με κάλεσε στο προσωπικό μου τηλέφωνο ένας φίλος και γω, συνηθισμένος από τη δουλειά είπα το ποίημα και αυτός, αν και αρχικά γέλασε, μετά ανησύχησε για την ψυχική μου υγεία. Προχτές που τα τηλέφωνα βαρούσαν ανεξέλεγκτα, σηκώθηκα από τη θέση μου, περπάτησα μέχρι το πίσω γραφείο, άναψα ένα τσιγάρο, βγήκα στο μπαλκόνι και απολάμβανα τη θέα. Καθώς έβλεπα τα σπίτια και το απέραντο μέχρι την απέναντι ταράτσα γαλάζιο προσπαθούσα να μετρήσω όλες τις εσφαλμένες επιλογές μου. Για ποιο λόγο αποφάσισα να αυτομαστιγώνομαι και γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου, για τα λεφτά μπα όχι, για το νησί, ούτε, αφού δεν μου ταιριάζει, αυτό θα το έκανα αν το νησί ήταν η Σαμοθράκη. Για να ψηθώ με τη δουλειά, ίσως. Για να κάνω ανθρωπολογική μελέτη; Για να χάσω κιλά εξαιτίας του άγχους; Ω ναι, σίγουρα αυτό. Τα ινστιτούτα αδυνατίσματος είναι πανάκριβα και οι δίαιτες δύσκολες, πόσα μαρούλια και καρότα πια να φάω, I get myxomatosis. Τότε φαντάστηκα (σπόιλερ αλέρτ!!!!!!) ότι ήμουν λέει στον πάτο ενός πηγαδιού και με μια κοτρώνα βαρούσα μια βόμβα υδρογόνου και αυτή έκανε ένα μπαμ και η οθόνη βάφτηκε άσπρη και έπεσαν κάτι δυσδιάκριτα μαύρα γράμματα που έδεναν καλά στον άσπρο φόντο και μετά ήμουν λέει χαλαρός σε μια παραλία της Σαμοθράκης και μετά πετάχτηκα λέει μέχρι τη Φακίστρα, αλλά μετά πάει η ονειροπόληση γιατί η καύτρα από το τσιγάρο έπεσε στον παράμεσο και όταν την ένιωσα είχε ήδη δημιουργηθεί έγκαυμα. Σκέφτηκα να ζητήσω αναρρωτική, ναι. Αντ ‘ αυτού,πήγα στη θέση μου και συνέχισα να δουλεύω, χαλαρά. Καθημερινά παθαίνω κρίσεις πανικού και τις ξεπερνάω με ένα τσιγάρο και με ονειροπολήσεις. Και με το να πηγαίνω κάποιες φορές στο αεροδρόμιο και να χαζεύω τα αεροπλάνα που φεύγουν. Έλεγα να μπω στο οσεάνικ οχτώ δεκαπέντε αλλά κάτι μέσα μου, μια εσωτερική φωνή ή μια φωνή από το υπερπέραν, μού έλεγε να μην το κάνω.
Πάλι σκατά τα έκανα, άλλα ήθελα να πω και άλλα είπα. και μάλλον δεν είπα τίποτα. Όπως συνήθως. Τα ίδια και τα ίδια. .
Ακόμη αγνοούμαι.

Παρασκευή, Ιούλιος 31, 2009

book and confirm

Dear colleagues

please be so kind to book and confirm for our clients the following

1 double executive sea view BB
01 August 2009 - 22 December 2012
Yiannis Numbopoulos x 2

Kind regards

υγ: θέλω διακοπές